ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΤΑΥΘΑ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ (17 Ἀπριλίου 2018)

Εὐλαβέστατοι πρεσβύτεροι καί διάκονοι,

 

Χριστός Ἀνέστη!

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Ὄχι μόνον κατά τήν περίοδον ἀπό τό Ἅγιον Πάσχα μέχρι τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου, ἀλλά καθ᾿ ὅλον τό ἔτος, ἡ ζωή τῶν πιστῶν εἶναι καθημερινόν Πάσχα, πεῖρα ἀνακαινίσεως τῶν πάντων ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι. Ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἀγγέλλει τό «φαιδρόν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα». Ὡς διεκήρυττε, γλαφυρῶς καί ποιητικῶς, ὁ μακαριστός πνευματικός ἡμῶν Πατήρ, Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, «Ἀνάστασις εἶναι, τό θεμέλιον καί ἡ ἀφετηρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀνάστασις, τό κήρυγμά της. Ἀνάστασις, ἡ δύναμις, ἡ ἐλπίς καί ἡ παραμυθία της. Ἀνάστασις, ἡ ἀδιάλειπτος προσδοκία της. Ἀναστάσεως μυσταγωγία ἡ ὅλη ζωή της. Καί Ἀρχηγός της καί Κύριός της καί τελειωτής, ὁ Ἀναστάς Ἰησοῦς, ὁ ὤν μετ᾿ αὐτῆς πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτῆς» (Χαλκηδόνια, σ. 37).

Καί ἡ σήμερον εἶναι ἡμέρα εὐφροσύνης καί χαρᾶς, εὐχαριστίας καί δοξολογίας τοῦ Ἀναστάντος, ἀφοῦ ὑποδεχόμεθα ὑμᾶς, τούς εὐλαβεστάτους πρεσβυτέρους καί διακόνους ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, εἰς τήν φιλόξενον Ἱεράν Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ. Ἡ ζωντανή ἐπικοινωνία, πρόσωπον πρός πρόσωπον, καί τό ἱστορικόν περιβάλλον τῆς Μονῆς ὑπόσχονται μίαν εὐλογημένην καί ἐνδιαφέρουσαν συνάντησιν.

«Τό τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα μέγα ἐστί καί θαυμαστόν», λέγει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (P.G. 62, 525-6). Ὁ ἱερεύς δέν ἀνήκει εἰς τόν ἑαυτόν του, ἀλλά εἰς τόν Χριστόν. Εἰς τήν χάριν Του ὀφείλει τά πάντα, Αὐτόν διακονεῖ. Τήν στιγμήν αὐτήν ἔρχονται εἰς τόν νοῦν καί πάλιν τά σοφά λόγια τοῦ Γέροντος ἡμῶν Μελίτωνος, ὁ ὁποῖος, εἰς τήν προσφώνησίν του κατά τήν εἰς διάκονον χειροτονίαν ἡμῶν ἐν Ἴμβρῳ, τήν 13ην Αὐγούστου 1961, ἡμέραν ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορ-φώσεως, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τήν ἑξῆς συμβουλήν: «Στάσου ἀκίνητος, στάσου σιωπηλός, στάσου μέ φόβο Θεοῦ μπροστά στό ἔνδοξο φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Μήν πάρεις ποτέ τά μάτια σου πάνω ἀπό τόν μεταμορφωμένο Κύριο. Νά μεταδίδεις πάντοτε αὐτό τό φῶς, τό ἀνέσπερο γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους». Κατά δέ τήν εἰς πρεσβύτερον χειροτονίαν ἡμῶν ἐν Χάλκῃ, τήν 19ην Ὀκτωβρίου 1969 ὁ ἴδιος ἀπηυθύνθη πρός τόν διάκονον Βαρθολομαῖον διά τῶν ἑξῆς: «Ἔρχεσαι ἵνα λάβῃς τήν χάριν. Αὐτή εἶναι τό κύριον. Αὐτή εἶναι ἡ ἀποφασίζουσα εἰς τό τέλος. Ἀλλά διά νά γίνῃ αὐτό πρέπει νά κενωθῇς διά νά δοθῇ τόπος εἰς τήν χάριν… Κενώθητι. Ταπεινώθητι. Καί κυρίως δός θέσιν τῇ θείᾳ Χάριτι. Καί μεῖνον διά βίου, μέχρι τέλους, μέχρι τῆς ἀποδόσεως λόγου τῷ Κυρίῳ, κεχαριτωμένος παρά Θεοῦ, κεχαριτωμένος παρά ἀνθρώποις» (Χαλκηδόνια, 65-66).

Ὁ ἱερεύς εἶναι ψυχῇ τε καί σώματι ἀφιερωμένος εἰς τήν ἀποστολήν του. Πιστός εἰς τήν κλῆσιν τοῦ Χριστοῦ, οὐδέποτε λέγει ἤ πράττει πράγματα «πού δέν τά κήρυξε καί δέν τά ἐργάστηκε ὁ Χριστός· ἤ ἀκριβέστερα πού δέν εἶναι ὁ Χριστός στό γεγονός τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, στόν σκοπό τῆς Σαρκώσεως καί τῆς Πεντηκοστῆς -μέ μιά λέξη στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν Ἐκκλησία Του» (π. Μ. Καρδαμά-κης, Αἷμα καί Δάκρυα, σ. 87).

Εἶναι, ὄντως, μεγάλη εὐλογία νά εἶσθε κληρικοί, ἱερεῖς καί διάκονοι τοῦ Ὑψίστου. Καί ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον προνόμιον νά ἀνήκετε εἰς τόν ἱερόν κλῆρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί τάς διαστάσεις τοῦ ἱερατικοῦ, ἁγιαστι-κοῦ καί ποιμαντικοῦ σας ἔργου, ὀφείλετε νά ἐκπροσωπῆτε καί νά ἐκφράζετε τό πνεῦμα τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν πιστότητα εἰς τήν Παράδοσιν τοῦ Φαναρίου καί τήν ἀνοιχτοσύνην πρός τόν ἄνθρωπον καί τόν κόσμον. Εἴμεθα ὅλοι φορεῖς αὐτοῦ τοῦ πνεύματος. Ἀμετακίνητοι καί ἀνύστακτοι, φυλάσσομεν αὐτά τά ὁποῖα παρελάβομεν, τήν πίστιν, τήν δοξολογικήν λατρείαν τοῦ Θεοῦ καί τό ἐκκλησιαστικόν ἦθος, ἀλλά καί δίδομεν τήν ἐν τῷ κόσμῳ καλήν μαρτυρίαν μέ ἀγάπην πρός τόν ἄνθρωπον, πρός κάθε ἄνθρωπον, διότι κάθε ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ κατ᾿ εἰκόνα Αὐτοῦ, καί κάθε ἄνθρωπος φέρει τήν τιμήν, ὅτι δι᾿ αὐτόν Χριστός ἐνηνθρώπησε καί ἀπέθανεν ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν.

Ἕνας σπουδαῖος σύγχρονος θεολόγος, ὁ καθηγητής Γεώργιος Μαντζαρίδης, γράφει τά ἑξῆς ἐπί τοῦ θέματος τούτου: «Γιά τόν Χριστιανό, ἀδελφοί δέν εἶναι μόνο οἱ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, δηλαδή αὐτοί πού ἀνήκουν μαζί του στήν ἴδια Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι… Τά πάντα ἀνήκουν στόν Χριστό. Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι δημιουργήματά του. Ἄν δέν γίνονται ἤ δέν παραμένουν καί παιδιά του, εἶναι κάτι πού λυπεῖ τόν Χριστιανό, χωρίς ὅμως καί νά τόν ἀπελπίζει. Ἡ ἁγάπη του ἀπέναντί τους, ὡς φανέρωση τῆς ἀγάπης του πρός τόν κοινό Πατέρα καί Δημιουργό τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἀληθινή καί ἀμέριστη» (Γ. Μαντζαρίδη, Ὀρθόδοξη πνευματική ζωή, ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 71-72).

Ὀρθῶς δέ τονίζεται ὑπό τοῦ ἐν λόγῳ σοφοῦ καθηγητοῦ, ὅτι αὐτή ἡ ἀδελφική ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπον δέν εἶναι μία «ἀφηρημένη θεολογική ἤ κοινωνική ἔννοια», ἀλλά «συγκεκριμένη σχέση μέ συγκεκριμένα ἀνθρώπινα πρόσωπα τῆς καθημερινῆς ζωῆς». Ὄντως, «ἀδελφός τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος, μέ τόν ὁποῖο συναναστρέφεται, συνομιλεῖ καί συνεργάζεται, καί ὄχι ἡ ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ ἀνθρώπου ἤ τῆς ἀνθρωπότητας» (ὅ.π., σ. 72).

Ὅλοι ἡμεῖς ὀφείλομεν νά δίδωμεν αὐτήν τήν προσωπικήν μαρτυρίαν, διά τῆς ὁποίας ἐκφράζεται ἡ γνησιότης τῆς πίστεώς μας. Ὁ Κύριος ἡμῶν μᾶς ἐκάλεσε, διά τῆς παραβολῆς τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. ι’, 30-37), νά γινώμεθα «πλησίον» πρός κάθε συνάνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπαραστάσεώς μας. Ἐπίσης, εἰς τήν περικοπήν τῆς μελλούσης κρίσεως (Ματθ. κε’, 31-46), ὡς κριτήριον τῆς σωτηρίας ἤ ἀπωλείας μας, κατονομάζεται ἡ ἔμπρακτος μέριμνά μας διά τόν συγκεκριμένον «πεινῶντα, διψῶντα, ξένον, γυμνόν, ἀσθενῆ ἤ ἐν φυλακῇ» ἀδελφόν, μέ τόν ὁποῖον ταυτίζεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτή ἡ ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς ἀγάπης κατέστησε τόν Χριστιανισμόν τήν μεγαλυτέραν ἀξιολογικήν ἐπανάστασιν εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, τήν ὁποίαν θαυμάζουν ἀκόμη καί οἱ ἀρνηταί τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑπῆρξε καί παραμένει διακονική Ἐκκλησία. Προσέφερε καί προσφέρει τήν «ἀλήθειαν», ἀλλά καί «βοή-θειαν», διακονεῖ τόν οὐράνιον προορισμόν καί τήν ἐπίγειον ζωήν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, συνῆλθεν ἐν Κρήτῃ κατά Ἰούνιον τοῦ 2016, περιγράφει, εἰς τήν Ἐγκύκλιόν της, τήν ὑψηλήν αὐτήν ἀποστολήν τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία δέν ζῇ διά τόν ἑαυτόν της. Προσφέρεται δι᾿ ὁλόκληρον τήν ἀνθρωπότητα, διά τήν ἀνύψωσιν καί τήν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου εἰς καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν (πρβλ. Ἀποκ. κα’, 21). Ὅθεν, δίδει τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν καί διανέμει ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος». Ἡ Σύνοδος διευκρι-νίζει ἐπίσης, ὅτι δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά παραμελῇ τήν διακονίαν τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐπικαλουμένη τόν πνευματι-κόν καί ἐσχατολογικόν χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: «Τό γεγονός ὅτι ˝τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει˝ (Φιλιπ. γ’, 20), δέν ἀναιρεῖ, ἀλλά ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ».

Εἰς τό σημεῖον αὐτό, ἐπιθυμοῦμεν νά προσθέσωμεν μίαν ἀκόμη παρατήρησιν καί προτροπήν. Ὑπάρχει μία «εἰκονική ἱερωσύνη», ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ περισσότερον νά φαίνεται παρά νά εἶναι, νά ἐπιδεικνύεται παρά νά θυσιάζεται, νά παίρνῃ παρά νά προσφέρῃ. Ἀντιθέτως, ὁ γνήσιος ἱερεύς, ὡς ἐλέχθη προσφυῶς, «δέν ζητεῖ νά ἐγγραφῇ τό ὄνομά του εἰς τάς δέλτους τῆς ἱστορίας», ἀλλά «νά συμπεριληφθῇ εἰς τήν Βίβλον τῆς Βασιλείας».

Αὐτή εἶναι καί ἡ ἰδική σας ἀποστολή, ἀγαπητοί πατέρες. Νά εἶσθε, ἄνευ ὅρων καί ὁρίων, ἀφιερωμένοι εἰς τό ἔνθεον ἔργον σας, διάκονοι τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. «Νά εἶσαι καλός κληρικός» προϋ-ποθέτει ταπεινοφροσύνην, αὐτοπροσφοράν, κατάθεσιν ψυχῆς. Πρέπει νά εἶσθε ἀπαιτητικοί ἀπέναντι εἰς τόν ἑαυτόν σας. Νά μήν ἐμφανίζετε τό αὐτονόητον ὡς μεγάλην προσφοράν. Ὅ,τι ἐσεῖς προσφέρετε εἰς τούς πιστούς εἶναι δῶρον τῆς Θείας χάριτος. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία πάντοτε θεραπεύει τά ἀσθενῆ καί ἀναπληρώνει τά ἐλλείποντα. Ὅ,τι πράττετε πρέπει νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, τοῦ δοτῆρος παντός ἀγαθοῦ.

Ὀφείλετε δέ νά εἶσθε, ἐν παντί, ἰδιαιτέρως προσεκτικοί. Εἰς τήν παρουσίαν σας, εἰς τήν συμπεριφοράν σας, εἰς τάς σχέσεις σας μέ τούς ἀνθρώπους θά εἶσθε ὑπόδειγμα, διά νά μή δώσετε ἀφορμήν πρός σκανδαλισμόν καί πρός δυσφήμισιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν τῇ συνειδήσει τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, τό ὄνομα «Ἐκκλησία» συνδέεται αὐτο-μάτως μέ τόν ἱερόν κλῆρον. Τοιουτοτρόπως, ἡ κριτική πρός τούς κληρι-κούς μετατρέπεται εἰς κριτικήν κατά τῆς Ἐκκλησίας, καί γενικώτερον εἰς ὅπλον τῶν πολεμίων τῆς πίστεώς μας.

 

Εὐλαβέστατοι πρεσβύτεροι καί διάκονοι,

 

Οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί εἶναι ἀναστάσιμον γένος. Ἡμεῖς οἱ κληρικοί εἴμεθα οἱ κατ᾿ ἐξοχήν «κήρυκες καί οἰκονόμοι τοῦ μυστηρίου τῆς Ἀναστάσεως», καθ᾿ ὅτι ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι «τό μυστήριον τῶν μυστηρίων» τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τό ὁποῖον βιώνεται ἡ πανσωστική παρουσία τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί ἡ πρόγευσις τῶν Ἐσχάτων, τῆς πληρώσεως τῶν πάντων ἐν τῇ ἐπουρανίῳ Αὐτοῦ Βασιλείᾳ. Τό δέ ποιμαντικόν ἔργον μας εἶναι προέκτασις καί συνέχεια τῆς θείας Εὐχα-ριστίας, εἶναι εὐχαριστιακή, λειτουργική διακονία, «λειτουργία μετά τήν Λειτουργίαν».

Μέ αὐτάς τάς σκέψεις, ἐξαιτούμενοι τάς προσευχάς σας διά τήν ἡμῶν Μετριότητα, ὅπως Κύριος ὁ Θεός κρατύνῃ ἡμᾶς εἰς τήν πηδαλιουχίαν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί εἰς τό «ἔργον διακονίας» τοῦ χριστεπωνύμου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπονέμομεν εἰς ὅλους σας καί εἰς τάς οἰκογενείας σας τάς πατρικάς εὐχάς καί τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς τόν φωτισμόν καί τήν ζωοπάροχον χάριν τοῦ Ἀναστάντος ἐκ τάφου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀρραγῆ προστασίαν τῆς Παναγίας τῆς Βαλουκλιώτισσας.

Be the first to comment

Leave a comment

Your email address will not be published.


*