ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΕΡΚΩΝ κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΕΝ ΤΩ ΟΜΟΝΥΜΩ ΝΑΩ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ ΒΑΛΟΥΚΛΗ

«Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε» (Κατά Ματθαῖον 10, 5-8). Οἱ αὐτάδελφοι Ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός, τούς ὁποίους ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾷ σήμερον, ἠκολούθησαν πιστά τήν Εὐαγγελικήν περικοπήν, τήν ὁποίαν ἠκούσαμεν εἰς τήν σημερινήν Θείαν Λειτουργίαν.

Οἱ ἐκ τῆς Ἀσίας καταγόμενοι Ἅγιοι, διεκρίνοντο ἀπό πολλάς σπουδάς εἰς διαφόρους ἐπιστήμες. Ἡ μεγάλη ἐφυΐα καί ἡ ἐπιμέλεια, τήν ὁποίαν ἔδειξαν οἱ γονεῖς αὐτῶν ἀπό τήν νεαρή τους ἡλικία, τούς ὡδήγησε νά διακριθοῦν εἰς τήν ἰατρικήν ἐπιστήμην, ὡς διακονία φιλανθρωπίας. Ἐθεράπευαν τάς ἀσθενείας τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαιτέρως τῶν μή ἐχόντων πού τήν κεφαλήν τους κλίνῃ, δηλαδή τῶν φτωχῶν, χωρίς νά ζητοῦν χρηματική ἀμοιβή. Δι’ αὐτόν τόν λόγον ὀνομάσθησαν «Ἀνάργυροι».

Ὅταν πολλοί ἀπό τούς ἀσθενοῦντας ἤθελαν νά τούς εὐχαριστήσουν, οἱ Ἅγιοι ἀπαντοῦσαν μέ τήν φράση τῆς Ἁγίας Γραφῆς :  «Ἡ εὐλογία καί ἡ δόξα καί ἡ σοφία καί ἡ εὐχαριστία καί ἡ τιμή καί ἡ δύναμις καί ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ἀποκάλυψις Ἰωάννου, 7, 12). Ἔτσι ταπεινά, ἀφού διηκόνησαν εἰς ὅλην τους τήν ζωήν τόν ἄνθρωπον, τελειώθησαν εἰρηνικά.

Πολλές φορές εἰς τήν σημερινήν ἐποχή, ἡ Ἰατρική ἐπιστήμη ἐμφανίζεται νά ἀντιμετωπίζει τόν ἄνθρωπο, ὡς βιολογική ὕπαρξη, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Θεολογία νά ἀσχολοῦνται πρωτίστως μέ τά «πνευματικά» προβλήματά του. Ποιό εἶναι τό ἀποτέλεσμα;

Ἀφ’ ἑνός μέν, οἱ ἰατροί νά ἀγνοοῦν τήν Θεολογίαν καί νά τήν ἀντιμετωπίζουν, ὡς ἐπιστήμη μέ ἀδιαφορία καί ἐνίοτε ἐχθρικά, ἀφ’ ἑτέρου δέ, οἱ θεολόγοι νά περιορίζωνται κυρίως είς τό «πνευματικόν» τους καθῆκον, θεωρῶντας τήν ψυχή, ὡς νά εἶναι κάτι τό αὐτοτελές καί ὡς κάτι τό τελείως ἀσύνδετον καί ἀνεξάρτητον ἀπό τό σῶμα. Πόσα παραδείγματα ἔχουμε τά τελευταῖα δύο ἔτη εἰς τά ὁποῖα ἐδοκιμάσθη ἡ ἀνθρωπότης;

Ἡ παγκόσμια κοινότης πέρασε καί περνᾷ μία μεγάλη κρίση ἀπό τόν κορωνοϊό. Δεχθήκαμε ἕναν «ἀόρατον ἐχθρόν», πού ἔχει μηχανισμούς, τούς ὁποίους ἀγωνίζεται ἡ επιστημονική κοινότης νά ἀντιμετωπίσῃ. Ἡμεῖς ὅμως, εἰς τήν Ἐκκλησίαν γνωρίζουμε πολλά χρόνια ἀπό ἀοράτους ἐχθρούς, πού δηλητηριάζουν τό πνευματικόν ἡμῶν ἔργον. Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὁ νέος ἰός ἦλθε, δημιουργεῖ μεγάλη ἀναστάτωση καί κάποια στιγμή θά φύγη. Μέσα εἰς αὐτόν τόν ὑγειονομικόν πόλεμον ὑπάρχουν μερικοί, πού συμπεριφέρονται τοὐλάχιστον περίεργα ἤ καί ἐγκληματικά, ἐπιπόλαια καί ἐπικίνδυνα.

Ὡς τόσον, πρέπει νά γίνῃ κατανοητόν ἀπό τήν ἰατρική κοινότητα, ὅτι τό ὑπαρκτικόν ἐρώτημα περί Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀναπόφευκτον στοιχεῖον τῆς ἔννοιας «ἄνθρωπος». Ἐπιπλέον, πρέπει νά γίνῃ κατανοητόν ἀπό τήν πλευράν τῶν θεολόγων, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νοηθῇ χωρίς τό σῶμα του καί τήν σχέσιν του μέ τό φυσικόν καί κοινωνικόν του περιβάλλον. Γενικά, ὁ ἄνθρωπος φεύγει ἀπό τόν κόσμον αὐτόν μόνος του. Δέν μπορεῖ κανείς νά τόν βοηθήσῃ, νά τόν συνοδεύσῃ καί νά τοῦ συμπαρασταθῇ. Μόνον αἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου, ἀγαθές καί κακές, καί ἡ συνείδησή του, καλή ἤ κακή, θά τόν συνοδεύσουν εἰς τό μεγάλο ταξείδι τῆς αἰωνιότητος.

 Τό ζητούμενον εἶναι ἡ συνύπαρξις καί ἡ συμπόρευσις Θεολογίας καί Ἰατρικῆς μέσα ἀπό τήν συνάντησή τους, καθώς καί ἕνας γόνιμος διάλογος μεταξύ τῶν δύο ἐπιστημῶν, αἱ ὁποῖαι ἄλλωστε, ἔχουν ὡς ἐπίκεντρον ἐνδιαφέροντός τους τόν ἄνθρωπον. Εἰς τόν βίον καί τό ἔργον δύο μεγάλων Ἁγίων ἰατρῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ και τοῦ Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως καί Κριμαίας, ἡ συνύπαρξις καί ἡ συμπόρευσις Θεολογίας καί Ἰατρικῆς βρίσκει μία ζωντανή πραγμάτωση. Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας δέν ἦτο ἕνας ἀπό τούς ἰατρούς τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας, ὅταν δηλαδή ἡ Ἰατρική ἐπιστήμη, ἄν καί ἤδη συστηματοποιημένη, ἦτο ἀκόμα σέ στοιχειώδη μορφή, ἀλλά ἀπετέλεσε περίπτωση ἑνός συγχρόνου ἐξαιρετικοῦ ἰατροῦ καί καθηγητοῦ χειρουργικῆς, ὁ ὁποῖος ἤσκησε τήν ἐπιστήμην τῆς Ἰατρικῆς μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί φιλέορτοι χριστιανοί, ὅπως ἔχει καταφανεῖ, ἡ σωρεία τῶν ἰατρῶν Ἁγίων ἤσκησαν μέ ἄριστον καί ὑποδειγματικόν τρόπον, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον διαφαίνεται, ὅτι ἡ ἀξία τῆς στάσης τῶν ἰατρῶν δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἱστορικές περιόδους, τήν ἑκάστοτε κοινωνικοπολιτική κατάσταση καί τήν ἐπιστημονική πρόοδον, ὅταν ἐκεῖνοι λειτουργοῦν ταυτοχρόνως, τηρῶντας τίς ἀρχές τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ ἤθους.

Ἔτσι, καταδεικνύεται ξεκάθαρα, ὅτι ἡ τήρησις τῶν χριστιανικῶν ἐπιταγῶν, παράλληλα μέ τήν ἄσκηση τοῦ ἰατρικοῦ λειτουργήματος, εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν ἐπιστημονική πρόοδον καί παραμένει πάντα ἀμετακίνητα διαχρονική. Ἀποτελεῖ ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῆς πατερικῆς ρήσης «πρᾶξις γάρ θεωρίας ἐπίβασις». Ἑπομένως, ζωντανά πρότυπα ἔμπρακτης ἀγάπης καί προσφορᾶς εἰς τόν πλησίον καί φάροι φωτεινοί εἰς τήν πορείαν τῆς ζωῆς ἀποτελοῦν οἱ σημερινοί ἑορταζόμενοι ἰατροί Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, Κοσμᾶς καί Δαμιανός.

Ἡ Ἰατρική ἔχει σκοπό τήν ἀποκατάσταση ἤ τήν βελτίωση τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου καί τήν περαιτέρω παράταση τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Ἡ Θεολογία δέν ἀντιπαρατίθεται εἰς τήν Ἰατρικήν ἐπιστήμην καί εἰς τήν προσπάθεια αὐτῆς διά τήν ἀνάπτυξιν, ἐξέλιξιν καί πρόοδον, χωρίς ὡς τόσον νά ἀγνοῇ τήν σχετικότητά της. Παράλληλα, ὑπογραμμίζει καί ὑπενθυμίζει τίς προϋποθέσεις διά τήν ὀρθήν ἀνάπτυξη καί ἄσκησή της, αἱ οποῖαι ἀναφέρονται εἰς τόν σεβασμόν τοῦ προσώπου καί εἰς τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ὕπαρξής της, ξεκάθαρα στήριξε τήν Ἰατρικήν ἔρευναν καί τήν συσχέτισε μέ τό θαῦμα τῆς θεϊκῆς Σοφίας. Εἶναι ἐκείνη πού ξεκάθαρα στήριξε τήν Ἰατρικήν, ἀναδεικνύοντάς την ὡς πεμπτουσία τῆς «φιλαλληλίας» καί τῆς «ἀλληλεγγύης».

Ὅλα αὐτά ὑλοποιοῦνται ἐπί πολλά ἔτη ἐδῶ στόν Ἱερόν τοῦτον τόπον, εἰς τόν ὁποῖον συστεγάζονται τό ἰατρεῖον τῆς «ψυχῆς» καί τοῦ «σώματος». Ἐρχόμενος ἐνταῦθα διά νά συναντήσω τούς τροφίμους τοῦ ἱστορικοῦ τούτου Ἱδρύματος τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους, ὅπου ἀσφαλῶς ὑπάρχει πόνος, θλῖψις, ἀσθένεια καί δοκιμασία, ἔχω τό προνόμιον καί τήν τιμήν, ὡς Ἐπίτροπος τοῦ Πατριάρχου μας κ.κ. Βαρθολομαίου, νά σᾶς μεταφέρω τάς πατρικάς εὐχάς καί εὐλογίας τοῦ ἀπουσιάζοντος διά ποιμαντορικάς λόγους εἰς Ἀμερικήν, Ὅστις παντοῦ καί πάντοτε ἐκδαπανᾶται διά τά δικαιώματα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί εὐχόμεθα οἱ σημερινοί ἑορτάζοντες ἰατροί καί ἰαματικοί Ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός νά ἐνδυναμώνουν, νά ἐνισχύουν καί νά κρατύνουν Αὐτόν εἰς ἔτη πολλά, ὑγιεινά καί εὐλογημένα παρά τοῦ Παναγάθου Θεοῦ.

Ὡσαύτως, προσφέρω ἱκετευτικάς παρακλήσεις πρός τούς Ἁγίους Ἀναργύρους, τῶν ὁποίων ἔχετε παρηγορίαν εἰς τάς δυσκόλους στιγμάς, εἰς τρόπον ὥστε ἡ θλῖψις νά μετατραπῇ εἰς χαράν καί ὁ πόνος εἰς ἀγαλλίασιν ψυχῆς τε καί σώματος. Νά ἐνθυμεῖσθε καί νά τιμᾶτε πάντοτε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τά δύο ηὐλογημένα ράσα. Αὐτό τό «μαῦρο» ἡμῶν τῶν κληρικῶν καί αὐτό τό «ἄσπρο» τῶν ἰατρῶν.

Σέ κάθε περίπτωσιν τό ἔργον τῶν ἰατρῶν, ὅπως καί αὐτό τῶν κληρικῶν, ὑποστηρίζεται ἀπό διαφόρους παράγοντας. Εἰς τήν κάθε εἴδους νοσοκομειακήν περίθαλψιν ὑποστηρίζεται ὑπό τοῦ νοσηλευτικοῦ προσωπικοῦ μετά τῆς διοικήσεως τοῦ ἱδρύματος αὐτῶν καί τοῦ λοιποῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ. Θά ἤθελα τήν στιγμήν ταύτην να συγχαρῶ τήν διοίκησιν τῶν Φιλανθρωπικῶν μας Καταστημάτων «Βαλουκλῆ», ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Ἐντιμ. κ. Κωνσταντίνου Ἰωαννίδη, τούς ἰατρούς, τό νοσηλευτικόν προσωπικόν καί τούς λοιπούς ἐργαζομένους, διά τήν ἄψογην λειτουργίαν καί τήν ὑποδειγματικήν τους συμπαράστασιν εἰς τούς ἀσθενοῦντας ὅλα αὐτά τά ἔτη, μέχρι καί τήν σήμερον ἡμέραν, ὅπου ἡ Ρωμηοσύνη πονᾷ.

Θα ἤθελα, ἀκόμη, νά συγχαρῶ τόν Πρόεδρον, Ἐντιμ. κ. Βίκτωρα Ζάκον καί τά μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Συνδέσμου Γηροκομουμένων Βαλουκλῆ διά τό ἄοκνον καί εὐδόκιμον ἐνδιαφέρον τους ὑπέρ τῶν γηροκομουμένων ἀδελφῶν μας, πού προσπαθοῦν φιλοτίμως νά θεραπεύσουν τάς ἀνάγκας αὐτῶν ἐντός τῶν δυνατοτήτων τους.

«῾Υμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα «χαρίσματα» ἰαμάτων… ζηλοῦτε δὲ τὰ «χαρίσματα» τὰ κρείττονα.» (Πρός Κορινθίους Α΄, 12, 27-31). Κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, ἡ ὀρθόδοξος θεολογία εἶναι ἡ ζωή καί ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄσαρκος Λόγος εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, πού ἐσαρκώθη καί εἶναι ὁ σεσαρκωμένος Λόγος εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, ἀπεκάλυψεν εἰς τούς Προφήτας, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας, διά μέσου τῶν αἰώνων, ὅλες τίς ἀλήθειες γιά τόν Θεόν καί τόν ἄνθρωπον καί πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἑνωθῇ μέ Αὐτόν καί νά ζῇ αἰωνίως μαζί Του. Ποῖον λειτούργημα καί ποῖον χάρισμα, λοιπόν, μπορεῖ νά εἶναι πιό ζηλευτό; Τί θά ἦτο ὁ ἄνθρωπος χωρίς τόν Ἱερέα καί χωρίς τόν Ἰατρό;

«Ὡς θεῖοι θεράποντες, καὶ ἰατῆρες βροτῶν, ἀνάργυρον βλύζετε, τὴν θεραπείαν ἠμῖν, Ἀνάργυροι ἔνδοξοι, ὅθεν τοὺς προσιόντας, τῇ σεπτῇ ὑμῶν σκέπῃ, ρύσασθε νοσημάτων, καὶ παθῶν ἀνιάτων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ, Ρώμης βλαστήματα» (Ἔτερον Ἀπολυτίκιον Ἁγίων Αναργύρων, Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ). Ἀμήν!

Be the first to comment

Leave a comment

Your email address will not be published.


*