ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΔΕΡΚΩΝ ΔΙΕΛΕΞΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΤΜΑΤΖΙΔΗ, ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΑΠΘ

atmatzidisΠαρουσία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013 στην αίθουσα του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου στα Χρυσοβέργια, στο Πέραν της Πόλης, η λίαν ενδιαφέρουσα διάλεξη με διαφάνειες του Επίκουρου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Χαράλαμπου Ατματζίδη με θέμα “Ο Απόστολος Πάυλος και η παράδοση του Ευαγγελίου στα έθνη”. Η ομιλία διοργανώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Δέρκων προτάσει του Σεβ. Γέροντος Μητροπολίτη Δέρκων κ. Αποστόλου και παρέστησαν σ’ αυτήν οι Αρχιερείς του Θρόνου Σεβ. Νικαίας κ. Κωνσταντίνος και Τρανουπόλεως κ. Γερμανός, κληρικοί της Πατριαρχικής Αυλής, άρχοντες οφικκίαλοι της Μεγάλης Εκκλησίας, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αποφοίτων κ. Τσοκώνας, καθηγητές και πλήθος ακροατηρίου.

Στην εισηγητική του προσφώνηση ο Σεβ. Ποιμενάρχης καλωσόρισε τον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας ευχαριστώντας Τον θερμά για την τιμητική Του παρουσία, δεν λησμόνησε δε να αναφερθεί και στον χειμαζόμενο ελληνικό λαό τονίζοντας και την συμπάθεια του Οικουμενικού Πατριάρχου, ο οποίος αφιέρωσε το 2013 στην αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Την όλη εκδήλωση ο Σεβ. Ποιμενάρχης αφιέρωσε “εις τον αγαπήσαντα εις τέλος, τον Θεόν και τον πλησίον Απόστολον Παύλον”.
atmatzidis11Ο καθηγητής κ. Χ. Ατματζίδης πριν την ομιλία του έλαβε την ευχή του Πατριάρχου και ευχαρίστησε θερμά τον Μητροπολίτη Δέρκων για την τιμητική πρόσκληση εκφράζοντας τα ευγενικά του αισθήματα προς τον Οικουμενικό Θρόνο και την Ομογένεια της Πόλης μας. Η ομιλία του, που παρατίθεται πλήρης στη συνέχεια, ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη, ιδιαιτέρως κατατοπιστική και διανθισμένη με διαφάνειες που έκαμαν ακόμη πιο συναρπαστική την παρουσίαση του θέματος. Στο τέλος ο εκλεκτός ομιλητής απάντησε σε ερωτήματα του ακροατηρίου. Τον ομιλητή παρουσίασε ο υπογράφων.

 

Μετά την διάλεξη δεξιοτέχνες ιεροψάλτες της Μητροπόλεως Δέρκων έψαλαν προεόρτια εκκλησιαστικά μέλη, αλλά και απόσπασμα από τον ύμνο της αγάπης του Αποστόλου Παύλου, που εψάλη για πρώτη φορά σε ηρωικό εξάμετρο και σε μορφή Δοξαστικού. Μελοποιήθηκε από τον Μουσικολ. κ. Χαράλαμπο Βακάκη, πρωτοψάλτη του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου Μακροχωρίου.

 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος που έλαβε τον λόγο εν κατακλείδι εξέφρασε την χαρά και την ικανοποίησή του για την “επιστημονική”, όπως την χαρακτήρισε ομιλία,επαίνεσε και ευχαρίστησε τον Καθηγητή, συνεχάρη θερμά τον Μητροπολίτη Δέρκων κ. Απόστολο, προτρέποντάς τον να αναλάβει νέες παρόμοιες πρωτοβουλίες επ’ αγαθώ των πιστών και της Ομογένειας. Ακολούθησε το “Πολυχρόνιον”του Πατριάρχου υπό των ψαλτών και η εκδήλωση έληξε με την δεξίωση που παρέθεσε η Ιερά Μητρόπολη Δέρκων.

Πόλη, 28/12/2014

δρ Αντώνιος Χατζόπουλος

 

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΤΜΑΤΖΙΔΗ

ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ  Α.Π.Θ.

Ο απόστολος Παύλος και η παράδοση του Ευαγγελίου στα έθνη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΕ ΠΑΤΕΡ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑ

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΙ  ΑΓΙΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ

ΣΕΒΑΣΤΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

ΕΛΛΟΓΙΜΩΤΑΤΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΟΦΙΚΙΑΛΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΕΞΟΧΩΤΑΤΕ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕ ΤΟΥ ΠΡΟΞΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

ΑΞΙΟΤΙΜΕΣ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ

Πλησιάζει η μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, της γέννησης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, την οποία η ουράνια στρατιά των αγγέλων εξυμνεί, αναφωνώντας το

δόξα ἐν ὑψίστοις θεῷ

καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη

ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία” (Λκ 2,14)

Με τη γέννηση του Σωτήρα μας αποκαλύπτεται η δόξα του Θεού και η βούλησή Του να καταλλαγεί με τους ανθρώπους και να τους προτρέψει να συμφιλιωθούν και αυτοί μεταξύ τους φέρνοντας την πολυπόθητη ειρήνη στον κόσμο.

Την ειρηνική αυτή διάθεση προς την ανθρωπότητα και τους πολιτισμούς της υιοθετεί και ο απόστολος Παύλος κατά τη διάδοση του ευαγγέλιου του Κυρίου. Γραφεί σχετικά στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του:

atmatzidis2Στο μικρό απόσπασμα του αποστόλου των εθνών Παύλο διακρίνουμε την βούληση του να διαδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου. Ταυτόχρονα αναφέρει στους χριστιανούς ότι αυτοί θα ανταμειφθούν για την προσπάθεια τους να εφαρμόσουν το Ευαγγέλιο του Χριστού και τους παρομοιάζει με αθλητές, που αγωνίζονται, πρωτεύουν και βραβεύονται.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι ο Παύλος χρησιμοποιεί για τη διάδοση του Ευαγγελίου αντιλήψεις, παραστάσεις, ήθη και έθιμα της εποχής του. Όλα αυτά αποτελούσαν μέρος των πολιτισμών της Μεσογείου και ήταν οικεία, τόσο στον Παύλο όσο και στους αποδέκτες του κηρύγματός του, κατοίκους της περιοχής της Μεσογείου, οι οποίοι ήταν στην πλειονότητά τους και υπήκοοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η πολυπολιτισμικότητα της εποχής του Παύλου μοιάζει με τη σημερινή πολιτισμική κατάσταση στον κόσμο. Σήμερα βέβαια η τελευταία δεν περιορίζεται γεωγραφικά στην περιοχή της Μεσογείου, αλλά καλύπτει όλα τα μήκη και πλάτη του  πλανήτη μας. Ταυτόχρονα είναι ασύγκριτα πλουσιότερη σε πολιτισμικά σύμβολα και οπτικές. Τέλος και αυτό είναι πολύ σημαντικό, η σημερινή πολυπολιτισμικότητα  υφίσταται συνεχώς επιθέσεις και κινδυνεύει να πληγωθεί θανάσιμα,  εξαιτίας επεκτατικών και αφομοιωτικών τάσεων εκφραστών συγκεκριμένων πολιτισμών, οι οποίοι αξιοποιούν την συγκυριακά διαμορφωμένη πλεονεκτικότερη θέση των πολιτισμών στους οποίους ανήκουν και θεωρούν ως θεμιτό και αυτονόητο τον πολιτισμικό επεκτατισμό.

Οι παραπάνω αναφερθείσες πιέσεις στην σημερινή πολυπολιτισμικότητα, καθιστούν κατά τη γνώμη μας, επιτακτική την διερεύνηση της στάσης του αποστόλου Παύλου απέναντι στους πολιτισμούς της εποχής του. Αυτό είναι απαραίτητο, επειδή ο Παύλος αποτελεί τον κύριο εκφραστή της πολιτισμικής εξωστρέφειας του χριστιανισμού και ως εκ τούτου μπορεί να μας καθοδηγήσει στην εύρεση της χρυσής τομής για μια πετυχημένη συνύπαρξη των πολιτισμών σήμερα.

Στην παρούσα εισήγηση θα αναφερθούμε πρώτα στη σχέση του αποστόλου Παύλου με τον πολιτισμό (Ι).  Κατόπιν θα εξετάσουμε την επίδραση που είχαν οι επιμέρους πολιτισμοί στην διαμόρφωσή της προσωπικότητας του αποστόλου ως αποστόλου των εθνών (ΙΙ). Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στην αντιμετώπιση των πολιτισμών από τον Παύλο κατά τη διάδοση του Ευαγγελίου (ΙΙΙ). Τέλος, θα ολοκληρώσουμε με τα συμπεράσματα.

Αρχίζουμε με το πρώτο μέρος, που αναφέρεται στον Απόστολο Παύλο και τον Πολιτισμό γενικά.

atmatzidis3

Οι πολιτισμοί λοιπόν της Μεσογείου, είναι η γόνιμη γη στην οποία ο απ. Παύλος καλλιέργησε το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Για αυτό επιβάλλεται, να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε, πώς ο απόστολος των εθνών λειτούργησε για να μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα του ερχομού της βασιλείας του Θεού στους ανθρώπους που κατοικούσαν στην περιοχή της Μεσογείου και να διερευνήσουμε, εκτός των άλλων, τους πολιτισμούς της περιοχής αυτής.

Πρέπει από την αρχή να διευκρινίσουμε ότι ο ορισμός του πολιτισμού είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Εμείς για τις ανάγκες της εργασίας μας επιλέγουμε να οριοθετήσομε τον πολιτισμό ως

 

το ενοποιημένο σύνολο συστημάτων, τα οποία εμπεριέχουν από τη μια μεριά συγκεκριμένες ιδέες, αισθήματα και αξίες και από την άλλη τα πρότυπα και τα παράγωγα αυτών των ιδεών, των συναισθημάτων και των αξιών.

 

Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, ο πολιτισμός είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Η θέση αυτή είναι πολύ χρήσιμη στην έρευνά μας γιατί μας βοηθά να προσεγγίσουμε τις διάφορες γνωσιολογικές, συναισθηματικές και αξιακές διαστάσεις τoυ πολιτισμικού αυτού συμπλέγματος και να κατανοήσουμε την αλληλεπίδραση μεταξύ του Ευαγγελίου και του πολιτισμού. Έτσι το Ευαγγέλιο, καθώς συνδέεται με τον πολιτισμό, αγγίζει πολλές από τις επιμέρους πλευρές του και όχι π.χ. μόνον την θεολογική. Αντίστοιχα, όταν ο πολιτισμός διασταυρώνεται με το Ευαγγέλιο και τους χριστιανούς, επηρεάζει με τη σειρά του τις ιδέες και τις συνήθειες των χριστιανών.

Η διαδικασία αυτή αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ του Ευαγγελίου και του πολιτισμού είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη και διαμορφώνεται με βάση την θρησκεία, την φυλετική καταγωγή, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, την παιδεία, και τις οπτικές ή τους τρόπους σκέψεις για τη ζωή και τη δράση του ανθρώπου που διαθέτει ο κάθε πολιτισμός.

Αποτέλεσμα της παραπάνω αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ του Ευαγγελίου και του πολιτισμού είναι η αλλαγή που επέρχεται στον τρόπο σκέψης και δράσης του ανθρώπου. Ο πολιτισμός δηλαδή, επειδή από τη φύση του δεν είναι στατικός,  καθώς έρχεται σε επαφή με το Ευαγγέλιο, αλλάζει και αναδιαμορφώνεται. Ο απ. Παύλος, π.χ. πριν γίνει χριστιανός ανήκει πολιτισμικά στον παραδοσιακό ιουδαϊσμό και είναι διώκτης των χριστιανών. Όταν όμως έρχεται σε επαφή με το Ευαγγέλιο, επηρεάζεται από αυτό και μεταστρέφεται στον χριστιανισμό, διότι θεωρεί πλέον ότι ο χριστιανισμός του προσφέρει πειστικότερες εξηγήσεις σχετικά με τη ζωή και τον τρόπο αναστροφής του ανθρώπου, από ό,τι ο Ιουδαϊσμός.

Στο παραπάνω πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ του Ευαγγελίου και του πολιτισμού ο Παύλος κηρύττει το Ευαγγέλιο σε πιστούς που αποτελούν μέρος του πολιτισμού, ακριβέστερα των πολιτισμών της Μεσογείου. Δραστηριοποιείται, δηλαδή, ο Παύλος εντός ενός κόσμου που έχει τις δικές του οπτικές και το δικό του «σύστημα συμβόλων» για τις διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, τις σχετικές με την γλώσσα, την τελετουργία, τις συνήθειες, τους τρόπους ψυχαγωγίας, και την τεχνολογία.

Ο απόστολος των εθνών χρησιμοποιεί κατά τη διάδοση του Ευαγγελίου τις οπτικές αυτές και το παραπάνω «σύστημα συμβόλων» των πολιτισμών της Μεσογείου, για να δυνηθούν οι ακροατές του να κατανοήσουν το κήρυγμά του.

ΙΙ.   Ο Παύλος και  η επίδραση των πολιτισμών της Μεσογείου

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε, πώς οι πολιτισμοί της Μεσογείου με τις οπτικές τους και τα συμβολικά στοιχεία τους επέδρασαν  στην διαμόρφωση της προσωπικότητας και των αντιλήψεων του αποστόλου Παύλου.

Για το θέμα μας είναι αρκετά βοηθητικό το κείμενο των Πράξεων των Αποστόλων, όπου ο Παύλος αναφέρεται στην πολιτισμική του ταυτότητα, πριν γίνει χριστιανός λέγοντας τα εξής:

 

ἐγώ εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιὴλ πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον (Πρ 22,3).

 

Παρόλο που το παραπάνω κείμενο μαρτυρεί την ιουδαϊκή ταυτότητα του Παύλου, στην έρευνα συζητείται ευρέως και δικαιολογημένα, πώς θα πρέπει να κατανοήσουμε τον Παύλο, ως τέκνο της Ταρσού, δηλαδή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού ή ως τέκνο της Ιερουσαλήμ, δηλαδή του Ιουδαϊκού πολιτισμού, ή απλά ως χριστιανό; Ακόμη, οι ερμηνευτές ερίζουν ως προς το πώς πρέπει να αναγιγνώσκουμε τις επιστολές του, δηλαδή ως μάρτυρες της ιουδαϊκότητας του Παύλου ή ως καθρέφτες που αντανακλούν την επίδραση της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας, ρητορικής και κοινωνικής πρακτικής στον ίδιο και στο έργο του;

Παρακάτω παραθέτουμε απλουστευμένα τις τρεις θέσεις που διατυπώθηκαν προκειμένου να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα.

Η μία θέση υποστηρίζει ότι  το βάρος πρέπει να δοθεί στην επίδραση που είχε το συμβάν της Δαμασκού, δηλαδή η αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, στην όλη οπτική του Παύλου.

Ο Παύλος αναφέρεται συχνά στην παλιά του ζωή, την «ἀναστροφήν» του στον Ιουδαϊσμό (Γαλ 1,13), παραδέχεται όμως ότι το ιουδαϊκό «σύστημα συμβόλων», δηλαδή η περιτομή, οι διατροφικές συνήθειες και γενικά η υπακοή στις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου ανατράπηκε κατά την συνάντησή του με τον Χριστό. Χαρακτηριστικά ο απόστολος επισημαίνει ότι «ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν Χριστὸν ζημίαν» (Φιλ 3,4-10). Τονίζει δηλαδή, ότι όλη η ιουδαϊκή οπτική του μεταμορφώθηκε από την εμπειρία του της αποκάλυψης σε αυτόν του Ιησού Χριστού έξω από την Δαμασκό. Δηλαδή, ο αφοσιωμένος Φαρισαίος και ζηλωτής του Μωσαϊκού Νόμου Παύλος αντικατέστησε την παλιά ιουδαϊκή οπτική του με μια νέα, την χριστιανική οπτική.

Η άλλη θέση υποστηρίζει ότι ο χριστιανός πλέον Παύλος δεν απαρνήθηκε την ιουδαϊκή του κληρονομιά. Αντίθετα συνέχισε να οριοθετεί το κήρυγμά του βασιζόμενος στην Παλαιά Διαθήκη και υιοθετώντας αρχές του Ιουδαϊκού Αποκαλυπτισμού του πρώτου αιώνα μ.Χ., όπως η πίστη στον ένα Θεό, η θεωρία  της «εκλογής» του Ισραήλ από τον Θεό, η αγιότητα του Μωσαϊκού Νόμου, η αντίληψη για τα έσχατα, η μελλοντική ανάσταση των νεκρών κ.ά. Με άλλα λόγια, ο Παύλος δεν φαίνεται να αποσείει από τους ώμους του το ιουδαϊκό του παρελθόν, όπως δεν μπορεί σύμφωνα με τον προφήτη Ιερεμία ν’ αλλάξει ο «Αἰθίοψ τὸ δέρμα αὐτοῦ καὶ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς» (Ιερ 13,23).

Έτσι σύμφωνα με την θέση αυτή, ο Παύλος προσεγγίζει τις ιουδαϊκές αυτές θέσεις υπό του πρίσμα του Ιησού Χριστού και της βασιλείας του, δεν προβαίνει όμως και σε παρασιώπηση των ιουδαϊκών τους καταβολών. Ανάλογα, θεωρεί ότι και οι νέοι πιστοί, αν θέλουν να ενταχθούν στον καινούργιο κόσμο του Χριστού, θα πρέπει να αποδεχθούν τις προϋπάρχουσες αυτές οπτικές.

Η τρίτη τέλος άποψη υποστηρίζει ότι ο Παύλος υπήρξε ένας ελληνιστής Ιουδαίος, ο οποίος εναρμονίστηκε πλήρως με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Απέρριψε από την κοσμοθεωρία του τα ιουδαϊκά στοιχεία και υιοθέτησε τα συμβολικά στοιχεία και τις αξίες που υπάρχουν στους πολιτισμούς της Μεσογείου. Επί παραδείγματι, αποδέχτηκε τα δίπολα «τιμή και αισχύνη», «καθαρό και ακάθαρτο», τις αντιλήψεις περί ύπαρξης καλών και κακών υπερφυσικών δυνάμεων, περί οίκου κ.ά. που τα συναντούμε σε ελληνορωμαϊκές πηγές αλλά και σε ιουδαϊκές. Έτσι ο απόστολος κατόρθωσε να πλησιάσει τους εκλεπτυσμένους ειδωλολάτρες και να τους κηρύξει πετυχημένα το Ευαγγέλιο.

Στα παραπάνω θεωρούμε ότι πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής:

Πρώτον, ότι ο Παύλος αναφέρεται στο ιουδαϊκό του παρελθόν με υπερηφάνεια. Αυτοαποκαλείται «Ἑβραῖος ἐξ Ἑβραίων» (Φιλ 3,5 · πρβλ. Β΄ Κορ 11,22), παρόλο που γεννήθηκε έξω από την περιοχή του Ισραήλ. Η φράση αυτή σημαίνει ότι ο Παύλος  αυτοπροσδιορίζεται ως Ιουδαίος. Μπορεί όμως να σημαίνει ακόμη, ότι μιλούσε και την πατροπαράδοτη εβραϊκή και αραμαϊκή γλώσσα. Επίσης, ότι οι γονείς του, ορθόδοξοι Εβραίοι, τον οδήγησαν στην Ιερουσαλήμ, όπου ο νεαρός Παύλος μαθήτευε «παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιὴλ» (Πρ 22,3), ενός από τους πλέον γνωστούς διδασκάλους του Ιουδαϊσμού της εποχής. Η μαθητεία του αυτή τον έφερε σε επαφή με τους κύκλους του ιεροσολυμίτικου φαρισαϊσμού και βοήθησε στην πολιτισμική ένταξή του στον αποκαλούμενο «παλαιστινιακό» Ιουδαϊσμό. Ένδειξη της πολιτισμικής αυτής ένταξης του Παύλου είναι π.χ. στο Β΄ Κορ 6,14-7,1, όπου ο απόστολος κάνει λόγο  για καθαρότητα που επιτυγχάνεται από την απομάκρυνση του πιστού «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος». Επομένως δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το ιουδαϊκό του παρελθόν και η επίδραση του ιουδαϊκού πολιτισμού σε αυτόν.

Δεύτερο, οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι ο Παύλος περνά τα πρώτα του χρόνια στην Ταρσό της Κιλικίας της Μ. Ασίας μια σημαντική ελληνιστική πόλη, με πλούσια πολιτισμική παράδοση. Ως Ιουδαίος ελληνιστής μιλά ελληνικά και ως πολίτης της Ταρσού έρχεται σε επαφή με τους εθνικούς συμπολίτες του και με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Επίσης, ως Ιουδαίος της διασποράς γνωρίζει και χρησιμοποιεί την μετάφραση των Ο΄ και από τις επιστολές του διαπιστώνουμε ότι κατέχει την ελληνική φιλοσοφία, ιδιαίτερα την Στωική φιλοσοφία, και την ελληνορωμαϊκή ρητορική τέχνη. Άρα το ελληνορωμαϊκό πολιτισμικό περιβάλλον επηρέασε τον Παύλο και τις αντιλήψεις του.

Τρίτο αξιοσημείωτο είναι, ότι ο Παύλος είναι Ρωμαίος πολίτης, δικαίωμα που κληρονόμησε από τους γονείς του (Πρ 22,25-28). Το δικαίωμα αυτό, που τον κατατάσσει μεταξύ των προνομιούχων μελών της ρωμαϊκής κοινωνίας και του προσδίδει αυξημένο κύρος, φροντίζει ο Παύλος να το χρησιμοποιεί, όταν θεωρεί ότι αυτό συμβάλλει στη διάδοση του Ευαγγελίου (πρβλ. Πρ 28,16).

Τέλος η τέταρτη θέση, και κατά τη γνώμη μας η πλέον εύστοχη, υποστηρίζει ότι ο απ. Παύλος είναι και τα τρία παραπάνω. Πρώτα απ’ όλα είναι χριστιανός, δεν απαρνείται όμως την ιουδαϊκή του καταγωγή και επιπλέον αποδέχεται τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό μέσα στον οποίο ζει.

Ο απόστολος διαμορφώνει τις πεποιθήσεις του επί τη βάσει των τριών αυτών  τριών παραγόντων. Ο πρώτος και κυριότερος είναι η αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, η οποία επηρέασε αποφασιστικά την προσωπικότητα και την όλη στάση του αποστόλου. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ιουδαϊκή του καταγωγή και ανατροφή, μέσω των οποίων συνδέεται με τον ιουδαϊκό πολιτισμό και επηρεάζεται κατά τρόπο αποφασιστικό από αυτόν. Ο τρίτος παράγοντας είναι το ελληνoρωμαϊκό  περιβάλλον, στο οποίο απόστολος ανατράφηκε.  

Το παραπάνω διπλό πολιτισμικό υπόστρωμα του Παύλου συνέβαλε, ώστε ο απόστολος μετά την μεταστροφή του να κινείται με άνεση εντός και μεταξύ των δύο αυτών πολιτισμών της Μεσογείου του ιουδαϊκού και του ελληνορωμαϊκού.  Αυτό τον βοήθησε επίσης να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού τόσο στους Ιουδαίους όσο και στους ειδωλολάτρες. Ακόμη, συνέβαλε στο να κινείται με ευκολία μεταξύ των πολιτισμών αυτών, να δανείζεται και να χρησιμοποιεί με μαεστρία τις οπτικές και τα πολιτισμικά σύμβολά τους για να προσεγγίσει, όπως ο ίδιος δηλώνει, τους Ιουδαίους ως Ιουδαίος και τους εθνικούς ως εθνικός (Α΄ Κορ 9,19-23) και να τους μεταδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού. Έτσι επιτυγχάνει την δημιουργία νέων χριστιανικών κοινοτήτων στην Μ. Ασία και στην Ελλάδα.

ΙΙΙ. Ο Παύλος και η αντιμετώπιση των πολιτισμών της Μεσογείου

νωρίζοντας πλέον την επίδραση του ιουδαϊκού και του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στον Παύλο, απομένει να δούμε, πώς ο Παύλος αντιμετώπισε του πολιτισμούς αυτούς και πώς χρησιμοποίησε τις οπτικές και τα πολιτισμικά τους σύμβολα κατά τη διάδοση του Ευαγγελίου.

Από την μελέτη των πηγών παρατηρούμε ότι ο απόστολος από τα διάφορα πολιτισμικά αυτά στοιχεία, άλλα αποδέχτηκε, άλλα αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα και σχετικοποίησε, άλλα απέρριψε και άλλα μετασχημάτισε.

Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τις τέσσερις αυτές στάσεις του απ. Παύλου απέναντι στους πολιτισμούς παραθέτοντας εξαιτίας του χρόνου κάποια παραδείγματα.

Αρχίζουμε με την αποδοχή των πολιτισμών από τον απ. Παύλο.

1. Ο απ. Παύλος και η αποδοχή των πολιτισμών

Στις επιστολές του απ. Παύλου βρίσκουμε πολλά στοιχεία που δείχνουν, πώς ο απόστολος  υιοθέτησε πολλά πολιτισμικά στοιχεία από τον Ιουδαϊκό και από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Αναφέρω ορισμένα:

Πρώτ’ απ΄’ όλα ο Παύλος κηρύττει το Ευαγγέλιο στην ελληνική γλώσσα, την πλέον διαδεδομένη γλώσσα των πολιτισμών της εποχής στην περιοχή της Μεσογείου, και όχι στην αραμαϊκή γλώσσα, στην οποία αυτό πρωτοδιατυπώθηκε, τουλάχιστον προφορικά.

Όπως είναι γνωστό, η γλώσσα και ο πολιτισμός είναι στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Μέσω της γλώσσας του ο κάθε λαός προσλαμβάνει την πραγματικότητα και τις διάφορες οπτικές και τις ερμηνεύει. Επίσης, η γλώσσα είναι το όργανο, που προβάλλει όλον το συμβολικό κόσμο μιας γλωσσικής κοινότητας. Ακόμη αυτή οργανώνει όλο τον πολιτισμικό κόσμο της κοινότητας και την βοηθά να τον επικοινωνήσει.

Ο Παύλος έχει επίγνωση των παραπάνω λειτουργιών της γλώσσας, καθώς χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Έτσι επιτυγχάνει με τη χρήση της να μοιράζεται ταυτόχρονα πολλά πολιτιστικά σύμβολα των ελληνόφωνων ακροατών του και να εκφράζει τη χριστιανική διδασκαλία με νέο λεξιλόγιο και με εικόνες κατανοητές στον τότε αστικό πληθυσμό της Μεσογείου.

Έτσι αναγιγνώσκοντας τις επιστολές του Παύλου, διαπιστώνουμε ότι αυτές πλαισιώνονται από μια θεολογική γλώσσα που είναι κατανοητή από τους ανθρώπους της εποχής του.

Πολλοί από του γλωσσικούς όρους της συνδέονται με τον ιουδαϊκό πολιτισμό, όπως ο όρος «δικαίωσις». Επίσης, πολλοί από αυτούς τους όρους χρησιμοποιούνται και από τους ελληνόφωνους Ιουδαίους, όπως ο όρος «σοφία». Άλλοι όμως, όπως ο όρος «συνείδησις», χρησιμοποιούνται μόνον από τους εθνικούς και απαντούν συνήθως σε ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα της εποχής.

Τέλος ο Παύλος χρησιμοποιεί και όρους που απαντούν σε κείμενα, που σχετίζονται με την πολιτική και τη διπλωματία της εποχής. Ένας τέτοιος όρος είναι η «καταλλαγή», με τον οποίο οι άνθρωποι του ελληνορωμαϊκού κόσμου περιέγραφαν τη ειρήνευση και την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των λαών. Ο Παύλος με την εικόνα της καταλλαγής περιγράφει πλέον την σωτήρια για τον άνθρωπο πρωτοβουλία του Θεού να προσεγγίσει τον άνθρωπο και να τον βοηθήσει μέσω του Ιησού Χριστού.

Ο Παύλος χρησιμοποιεί επίσης την ρητορική τέχνη, για να πείσει τους ακροατές του.

Αιτία της χρήσης της ρητορικής τέχνης από τον Παύλο είναι ο προφορικός  χαρακτήρας των πολιτισμών της Μεσογείου. Αυτός είναι και ο λόγος που η ρητορική θεωρούνταν, κυρίως στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ως το καλύτερο μέσον επικοινωνίας και πειθούς. Ο Παύλος, γνήσιο τέκνο της εποχής του, δράττεται της ευκαιρίας και επιστρατεύει την ρητορική στην υπηρεσία του Ευαγγελίου.

Θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι ο Παύλος, καθώς συντάσσει τις επιστολές του δεν λειτουργεί ως ρήτορας, ούτε γράφει ρητορικούς λόγους, τους οποίους θα μπορούσαμε να παραθέσουμε δίπλα σε ρητορικά έργα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων ρητόρων. Ο Παύλος γίνεται περιστασιακά ρήτορας και χρησιμοποιεί επιλεκτικά αρχές της ρητορικής της εποχής του για να πείσει.

Επίσης θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι η συνάφεια, για την οποία ο Παύλος γράφει τις επιστολές του χρησιμοποιώντας την ρητορική έχει αλλάξει. Αυτή δεν είναι πλέον κάποιος χώρος δικαστηρίου ούτε μια πολιτική συγκέντρωση ούτε μια πανηγυρική συνάθροιση πολιτών για τους οποίους ο απόστολος γράφει έναν ρητορικό λόγο που ανήκει σε ένα από τα τότε γνωστά τρία γένη / genera του ελληνορωμαϊκού ρητορικού λόγου. Αντίθετα, στην εποχή του Παύλου η συνάφεια έχει αλλάξει και μαζί με αυτή και η ρητορική του αποστόλου. Αυτή επηρεάζεται και προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, αυτή των χριστιανικών κοινοτήτων, όπου οι παλαιές θεματικές της ρητορικής αντικαθίστανται από νέες θεματικές. Αυτές σχετίζονται με διάφορες νέες «διαδικασίες», λειτουργίες και στάσεις ζωής, που ισχύουν την εποχή εκείνη στις κοινότητες των χριστιανών, όπως νέες μορφές συσσωματώσεων, θρησκευτικών συγκεντρώσεων σε οίκους, λατρείας και αντιμετώπισης της εξουσίας γενικότερα και του αυτοκράτορα ειδικότερα.

Ο Παύλος κινούμενος στο νέο αυτό πλαίσιο  χρησιμοποιεί την ρητορική αναλόγως.. Υποστηρίζεται π.χ., ότι στην προς Φιλιππησίους Επιστολή ο Παύλος αναφέρει σκόπιμα στο τέλος της επιστολής την υποστήριξη των Φιλιππησίων προς τον ίδιο. Αυτό το κάνει, επειδή θέλει να συσσωρεύει στο τέλος του λόγου του μια σειρά από ευχαριστίες, θεολογικές θέσεις και δοξολογίες, ώστε οι Φιλιππήσιοι  ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της επιστολής να ενισχυθούν με εποικοδομητικούς λόγους.

Ακόμη ο Παύλος φροντίζει στις επιστολές του να προβάλλει κατά ρητορικό τρόπο τον χαρακτήρα του, το «έθος», όπως το ονομάζει ο Αριστοτέλης. Έτσι στο Α΄ Θεσ 1,1-2 περιγράφει στους Θεσσαλονικείς όσα υπέστη στους Φιλίππους λέγοντας:

 

ἀλλὰ προπαθόντες καὶ ὑβρισθέντες, καθὼς οἴδατε, ἐν Φιλίπποις ἐπαρρησιασάμεθα ἐν τῷ θεῷ ἡμῶν λαλῆσαι πρὸς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ θεοῦ ἐν πολλῷ ἀγῶνι.

 

Ο σκοπός της παραπάνω αναφοράς του Παύλου είναι η θετική πρόσληψη του προσώπου του και του έργου του από τους Θεσσαλονικείς.

Σε άλλο μέρος των επιστολών του ο απόστολος απευθύνεται  με όσα αναφέρει στο συναίσθημα των ακροατών του, στο «πάθος» των ακροατών κατά τον Αριστοτέλη, ώστε να τους κερδίσει συναισθηματικά, όπως στο Β΄ Κορ 11,23-29, όπου παραθέτει τα παθήματα που υπέστη κατά την αποστολική του δράση.

Ο Παύλος, λοιπόν, ανακαλύπτει τη δυναμική της ρητορικής και την αναγκαιότητα της χρήσης της, ώστε να επιτύχει την διάδοση και τη στερέωση του Ευαγγελίου. Μιλώντας με  σύγχρονη γλώσσα μπορούμε να πούμε ότι ο Παύλος διακρίνει τον προφορικό χαρακτήρα του πολιτισμού στον οποίο ζει και αναδεικνύει σαν κύριο όργανο της επικοινωνίας του με τους ανθρώπους  τον οργανωμένο λόγο, δηλαδή τον ρητορικό λόγο, προσαρμοσμένο όμως στις συνθήκες της χριστιανικής κοινότητας.

Επίσης ο Παύλος υιοθετεί φιλοσοφικού χαρακτήρα αρχές που ισχύουν στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, όπως ο  έμφυτος ηθικός νόμος και η συνείδηση, που θεωρούνταν ότι ενυπάρχουν στον άνθρωπο και τον κατευθύνουν. Πρόκειται για αρχές ή ιδέες που αναπτύχθηκαν στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και οι οποίες θεωρούνταν από τον Παύλο ότι υποκαθιστούν τον άγνωστο στους ειδωλολάτρες Μωσαϊκό Νόμο. Οι δύο αυτές αρχές συνδέονται από τον απόστολο με τον δημιουργό Θεό και λειτουργούν τόσο σε σχέση με τον κάθε άνθρωπο όσο και σε σχέση με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

 

2. Ο απ. Παύλος και η σχετικοποίηση των πολιτισμών

 

Συνεχίζοντας την μελέτη των πηγών, παρατηρούμε μια ακόμη στάση του αποστόλου Παύλου απέναντι στους πολιτισμούς,

Ο απ. Παύλος πρώτα από όλα σχετικοποιεί ορισμένους πολιτισμικούς θεσμούς, όπως π.χ. η δουλεία. Στέκεται δηλαδή απέναντι τους με επιφύλαξη και κριτικό πνεύμα.

Δύο αποσπάσματα από τις επιστολές του Παύλου θα μας δώσουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την στάση αυτή του αποστόλου.

Στο πρώτο χωρίο ο Παύλος δηλώνει ξεκάθαρα ότι στην κοινωνία των πιστών του Χριστού:

 

οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ (Γαλ 3,28)

 

Στο βαπτισματικό αυτό κείμενο ο Παύλος καλεί τους πιστούς της Γαλατείας της Μ. Ασίας να προσλάβουν τον κόσμο με ένα ριζοσπαστικό τρόπο, τελείως αντίθετο με τις αντιλήψεις της τότε εποχής. Τονίζει ότι στην εκκλησία θα πρέπει να αρθούν όλοι οι φραγμοί που χωρίζουν τους ανθρώπους και τους διακρίνουν, επειδή στην εκκλησία η παρουσία του Χριστού και του λυτρωτικού του  έργου δρα καταλυτικά και ενοποιητικά και σχετικοποιεί οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ανθρώπων.

Η παραπάνω παρότρυνση του Παύλου πραγματοποιείται στο πλαίσιο της επιθετικής στάσης των ιουδαιοχριστιανών που απαιτούσαν από τους πιστούς, πρώην ειδωλολάτρες, να εφαρμόζουν διατάξεις του Μωσαϊκού  Νόμου, όπως η περιτομή (Γαλ 6,12-13), η αποφυγή κατανάλωσης απαγορευμένων τροφών (Γαλ 2,11-14) και η τήρηση των ιουδαϊκών εορτών (Γαλ 4,10). Για τον Παύλο οι διατάξεις αυτές θεωρούνταν ως πολιτισμικά σύμβολα του ιουδαϊσμού, τα οποία οριοθετούσαν την ταυτότητα των Ιουδαίων και δεν συνεισέφεραν στη σωτηρία των χριστιανών, σωτηρία που ήλθε στον κόσμο διά του Ιησού. Αντίθετα οι διατάξεις αυτές ενέτασσαν τους νέους πιστούς στην κατηγορία των προσήλυτων του Ιουδαϊσμού.

Ο Παύλος αίρει τα παραπάνω εθνοφυλετικά όρια και δίνει τα χαρακτηριστικά της σωτηρίας που κομίζει ο Χριστός στους πιστούς:

 

οὔτε γὰρ περιτομή τί ἐστιν οὔτε ἀκροβυστία ἀλλὰ καινὴ κτίσις. (Γαλ 6,15)

ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία ἀλλὰ πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη(Γαλ 5,6)

 

Ο Παύλος επισημαίνει ότι η ανακαινιστική δράση του Θεού στον κόσμο καθιστά οποιοδήποτε εξωτερικό και εθλοφυλετικού χαρακτήρα πολιτισμικό σύμβολο ανίσχυρο να δρομολογήσει την νέα δημιουργία. Αντίθετα η αγάπη μεταξύ των πιστών επιταχύνει την οικοδόμηση της νέας χριστιανικής κοινωνίας.

Οι παραπάνω τοποθετήσεις του αποστόλου Παύλου είναι ριζοσπαστικές και  προκλητικές για την εποχή εκείνη, γιατί ανατρέπουν θεσμούς που αποτελούσαν πυλώνες του Ιουδαϊκού πολιτισμού, μέρος του οποίου αποτελούσε και ο Παύλος.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι μερίδα της σύγχρονης διανόησης θεώρησε την τάση του Παύλου να σχετικοποιεί οπτικές και πολιτισμικά σύμβολα στο πλαίσιο του χριστιανισμού ως πράξη επικίνδυνη για την πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Η κριτική αυτή επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στα όσα ο απόστολος αναφέρει στο Γαλ 3,28,  και επισημάνθηκε ότι αυτά εκφράζουν τον  διακαή πόθο του Παύλου να άρει οποιαδήποτε πολιτισμική ιδιαιτερότητα μεταξύ των χριστιανών και να προκαλέσει την ομογενοποίηση του πολιτισμού.

Η παραπάνω θέση του Παύλου στο Γαλ 3,28, δεν αποβλέπει στην επίχριση της πολιτισμικής πολυχρωμίας, αλλά στην αναγνώριση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και ταυτόχρονα στην απόρριψη της πολιτισμικής προνομίας. Ο Παύλος, στο πλαίσιο της ποιμαντικής του δράσης, ενδιαφέρεται για την ομόνοια και την προκοπή των μελών των χριστιανικών κοινοτήτων και εστιάζει στην άρση επιθετικών τάσεων χριστιανών φορέων συγκεκριμένου πολιτισμού, που βλάπτουν την πολιτισμική πολυμορφία. Θεωρεί ότι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, όπως το να είναι κάποιος περιτμημένος ή απερίτμητος, Ιουδαίος ή Έλληνας εξακολουθούν να έχουν σημασία για την εθνική ή κοινωνική οριοθέτηση μιας ομάδας εντός της χριστιανικής κοινότητας, σωτηριολογικά όμως δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:

 

οὐ γάρ ἐστιν διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος, ὁ γὰρ αὐτὸς κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν(Ρωμ 10,12)

 

Ο απόστολος λοιπόν, με όσα προτάσσει καθαιρεί τους πολιτισμούς από τον θρόνο της «αυταρέσκειας» της πολιτισμικής υπεροχής και τους εντάσσει ισότιμα στην μεγάλη πολιτισμική οικογένεια.

 

3. Ο απ. Παύλος και η σύγκρουση με τους πολιτισμούς

 

Ταυτόχρονα όμως ο Παύλος συγκρούεται  με τους πολιτισμούς, ακριβέστερα με οπτικές ή πολιτισμικά σύμβολά τους.  Στην πράξη του αυτή προβαίνει, όταν θεωρεί ότι οι χριστιανικές οπτικές δεν συμπορεύονται με αυτές των άλλων πολιτισμών.

Έτσι ο απόστολος  συγκρούεται και με αξίες και πρακτικές του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, όπως η πολιτική δύναμη που δεν υπηρετεί τον άνθρωπο, η κοινωνική θέση, όταν αυτή υπηρετεί την αυτοπροβολή και μόνον.

Αναφέρουμε ένα παράδειγμα όπου φαίνεται η στάση αυτή του Παύλου. Πρόκειται για το κήρυγμα του Παύλου για τον σταυρό. Ο Παύλος σημειώνει επιγραμματικά ότι

 

Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστίν, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις θεοῦ ἐστιν (Α΄ Κορ 1,18)

 

Ο Παύλος προβάλλει τον  σταυρό ως το μέσον της σωτηρίας στους νέους πιστούς, οι οποίοι ήταν στην πλειονότητα τους πρώην ειδωλολάτρες και είχαν συνηθίσει να χρησιμοποιούν στην θρησκευτική τους ζωή πολιτισμικά σύμβολα γονιμότητας, δύναμης και άλλα.

Στο εν λόγω πολιτισμικό περιβάλλον η σταύρωση αποτελούσε την έσχατη ποινή που επιβαλλόταν στους μη Ρωμαίους πολίτες, και χρησίμευε ως μέσον επιβολής της Ρώμης προς τους υπόδουλους σε αυτήν λαούς.

Ο Παύλος με το κήρυγμα του για τον σταυρωμένο Χριστό αναστρέφει το πολιτισμικό αξιακό σύστημα της εποχής προβάλλοντας ως υπέρτατη πολιτισμική αξία την ταπείνωση και την αυτοπροσφορά στη θέση της σφοδρής ροπής για απόκτηση δύναμης, κύρους και για απόλαυση τιμής.

4. Ο απ. Παύλος και  ο μετασχηματισμός των πολιτισμών

Και φτάνουμε στην τελευταίο τρόπο στάσης του Παύλου απέναντι στους πολιτισμούς, σύμφωνα με τον οποίο ο απόστολος παραλαμβάνει οπτικές των πολιτισμών και πολιτισμικά σύμβολά τους και τα μετασχηματίζει.

Η στάση αυτή του αποστόλου μας αποκαλύπτει την δημιουργική και μεταμορφωτική δυναμική με την οποία ο Παύλος προσεγγίζει τους πολιτισμούς, υιοθετεί υπάρχουσες οπτικές ή πολιτισμικά σύμβολα και προσδίδει σε αυτά χριστιανική διάσταση.

Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τη στάση του απέναντι στο πολίτευμα εντός του οποίου ζουν οι χριστιανοί.

Γράφει χαρακτηριστικά ο απόστολος στην προς Φιλιππησίους επιστολή:

 

ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, (Φιλ 3,20)

Μόνον ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε, ἵνα εἴτε ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ὑμᾶς εἴτε ἀπὼν ἀκούω τὰ περὶ ὑμῶν, ὅτι στήκετε ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου (Φιλ 1,27)

 

Ο Παύλος χρησιμοποιεί στο παραπάνω κείμενό του στοιχεία από το ρωμαϊκό πολίτευμα για να δηλώσει ότι το πολίτευμα των χριστιανών βρίσκεται στους ουρανούς και κυβερνάται από τον Χριστό.

Η επιλογή του Παύλου να αναφερθεί στο θέμα αυτό απευθυνόμενος στους πιστούς των Φιλίππων δεν είναι τυχαίο. Η πόλη των Φιλίππων αποτελεί ρωμαϊκή colonia και συνδέεται στενά με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα και το ρωμαϊκό πολίτευμα. Έτσι δίδεται στον Παύλο μια θαυμάσια ευκαιρία να συγκρίνει το επίγειο ρωμαϊκό πολίτευμα με το ουράνιο πολίτευμα του Χριστού και να αναδείξει το κύριο χαρακτηριστικό του χριστιανικού πολιτεύματος που είναι η ταύτιση των χριστιανών πολιτών με τον πολιτειακό ηγέτη τους τον Χριστό. Ο Παύλος δηλώνει με τους λόγους του αυτούς ότι  o Ιησούς είναι ο κύριος και όχι ο Καίσαρας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σχετικά ο N. T. Wright

Η αυτοκρατορία του Καίσαρα, της οποίας προκεχωρημένο πολιτειακό φυλάκιο αποτελεί η Coloniα των Φιλίππων είναι η παρωδία. Η αυτοκρατορία του Ιησού και η εκκλησία των Φιλίππων, που είναι το προκεχωρημένο φυλάκιό της, είναι η πραγματικότητα». 

Οι Φιλιππήσιοι πρέπει λοιπόν να μετασχηματίσουν την πολιτισμική και συγκεκριμένα την πολιτική τους ταυτότητα στοιχιζόμενοι με τον Χριστό. Η στοίχιση αυτή με το πολίτευμα του Χριστού πραγματοποιείται για τον Παύλο στο πλαίσιο του ήδη υπάρχοντος ρωμαϊκού πολιτεύματος. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο απόστολος προτείνει, ο πιστός να φέρει δύο υπηκοότητες, την ρωμαϊκή υπηκοότητα και την χριστιανική. Εντός της ρωμαϊκής colonia των Φιλίππων, όχι εκτός αυτής, οι πιστοί επιχειρούν να διαμορφώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις αρχές  του ουράνιου πολιτεύματος του Χριστού. Ο Παύλος προτρέπει του πιστούς:

Μόνον ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε, ἵνα εἴτε ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ὑμᾶς εἴτε ἀπὼν ἀκούω τὰ περὶ ὑμῶν, ὅτι στήκετε ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου (Φιλ 1,27)

 

Η προτροπή αυτή του Παύλου είναι κάτι περισσότερο από μια παρότρυνση να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους ως πολίτες Είναι μια προτροπή για αλλαγή του τρόπου ζωής τους. Ο απόστολος καλεί τους χριστιανούς να γίνουν τα φωτεινά παραδείγματα, να καταστούν

 

…ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα θεοῦ ἄμωμα μέσον γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ (Φιλ 2,15)

Ο Παύλος δηλαδή αποβλέπει στην μεταμόρφωση των ίδιων των πιστών και της κοινότητάς τους, η οποία κατορθώνεται με την ταύτιση των πιστών με τον Χριστό και την σταυρική τους πορεία μέσα στον κόσμο. Αντίθετα για τον Παύλο είναι αποτυχημένη η οποιαδήποτε βίαιη επιβολή των αξιών του χριστιανισμού στον πολιτισμό που τους περιβάλλει, επειδή αυτή περιέχει το στοιχείο της εξωτερικής επιβολής του χριστιανικού τρόπου ζωής σε έναν πολιτισμό. Η δικαίωση των λόγων αυτών του Παύλου φάνηκε, όταν αργότερα χριστιανοί ιεραπόστολοι μη σεβόμενοι την πολιτισμική ιδιαιτερότητα των λαών επιχείρησαν να εισάγουν βίαια τον χριστιανικό τρόπο ζωής σε αυτούς και απέτυχαν.

Έτσι κατά τον Παύλο, οι πιστοί ζουν ως χριστιανοί την ιδιαίτερη πολιτισμική τους παράδοση, ενταγμένοι όμως και όχι αποκομμένοι από το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα δεν λειτουργούν στο πλαίσιο αυτό ως υπονομευτές και πολέμιοι των διάφορων πολιτισμικών συμβόλων και οπτικών, αλλά ως πρότυπα αξιολόγησής των.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΕ.

ΣΕΒΑΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ

 

Φτάνουμε στο τέλος της εισήγησής μας και ολοκληρώνουμε με τα συμπεράσματα.

 

Συμπεράσματα

Με τις τελευταίες  παρατηρήσεις μας αγγίζουμε το σημεία έναρξης της ομιλίας μας και την αναφορά μας στο γεγονός της γέννησης του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού. Η γέννησή του αυτή σηματοδοτεί την αναγγελία μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα, εποχής όπου, μεταξύ των άλλων θα βασιλεύει η ειρήνη μεταξύ των λαών. Η ειρήνη αυτή προϋποθέτει όμως και την καλόπιστη και υπεύθυνη αντιμετώπιση  των διάφορων οπτικών και πολιτισμικών συμβόλων των λαών αυτών.

Ο απόστολος Παύλος αποτελεί υπόδειγμα μιας τέτοιας υπεύθυνης στάσης. Ως χριστιανός δεν λησμόνησε την ιουδαϊκή του πολιτισμική ταυτότητα ούτε απέτρεψε την επιρροή οπτικών και πολιτισμικών συμβόλων του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αντίθετα επιστράτευσε όλα αυτά στην διακονία του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού.

Για τον σκοπό του αυτό είδαμε ότι ο Παύλος αντιμετώπισε τους πολιτισμούς, ακριβέστερα τις διάφορες οπτικές και τα διάφορα πολιτισμικά σύμβολά τους, με τέσσερις τρόπους. Άλλοτε τα αποδέχτηκε, άλλοτε τα σχετικοποίησε, άλλοτε συγκρούστηκε με αυτά και τέλος, αλλά τα μετασχημάτισε.

Ταυτόχρονα όμως η όλη στάση του έδειξε ότι αναγνώρισε τους πολιτισμούς ως ανθρώπινες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της δημιουργίας του Θεού. Ως εκ τούτου, προσπάθησε, διατηρώντας τον σεβασμό του σε αυτούς, να χρησιμοποιήσει στοιχεία τους, τα οποία κατά τη γνώμη του βοηθούσαν στη διάδοση του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού.

Υπό την έννοια αυτή ο απόστολος Παύλος αναδεικνύεται πρότυπο προς μίμηση ως προς την αντιμετώπιση των διάφορων πολιτισμών σήμερα.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό ολοκληρώνοντας να επισημάνω ότι ενσάρκωση της πρακτικής αυτής του Παύλου αποτελεί σήμερα ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης, ο οποίος με τη εμπνευσμένη στάση του απέναντι στους χριστιανούς αδελφούς μας των άλλων ομολογιών και την σώφρονα αντιμετώπιση των μη χριστιανικών πολιτισμών αναδεικνύεται συνεχιστής του πνεύματος του Ιησού Χριστού και του αποστόλου Παύλου.

 

Be the first to comment

Leave a comment

Your email address will not be published.


*