Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΕΝ ΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Τήν Παρασκευήν, 5ην Φεβρουαρίου ἀρξ.μ., ἐκ μεταθέσεως λόγῳ τῶν ἰσχυόντων περιορισμῶν κυκλοφορίας, ἐπί τῇ ἑορτῇ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, προστάτου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης καί τῆς ἐν αὐτῇ στεγαζομένης Θεολογικῆς Σχολῆς, ἡ Α.Θ.Π., ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, προσερχόμενος μεθ΄ ἁπάσης τῆς ἀκολουθίας Αὐτοῦ, ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ ναϋδρίῳ αὐτῆς κατά τήν τελεσθεῖσαν Θείαν Λειτουργίαν καί ἐτέλεσεν ἐπιμνημόσυνον δέησιν ὑπέρ ἀναπαύσεως τοῦ Μακαριστοῦ Σχολάρχου, Μητροπολίτου Σταυρουπόλεως κυροῦ Μαξίμου, ἐπί τῇ συμπληρώσει τριακονταετίας ἀπό τῆς ἐκδημίας αὐτοῦ.

Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας ἐπηκολούθησε δεξίωσις ἐν τῇ αἰθούσῃ τελετῶν τῆς Σχολῆς κατά τήν ὁποίαν ὡμίλησαν ὁ Καθηγούμενος τῆς ὡς ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς, Ἐπίσκοπος Ἀραβισσοῦ κ. Κασσιανός, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐφορείας τῆς Σχολῆς, Μητροπολίτης Γέρων Δέρκων κ. Ἀπόστολος καί ἡ Α.Θ.Π., ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος.

Κατά τήν τελεσθεῖσαν Θείαν Λειτουργίαν παρέστησαν ὁ ἐπιχώριος Μητροπολίτης Γέρων Πριγκηποννήσων κ. Δημήτριος, ὁ Ἐπίτροπος τοῦ Παναγίου Τάφου ἐν τῇ Πόλει, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθηδώνος κ. Νεκτάριος, ὁ Μητροπολίτης Σηλυβρίας Μάξιμος, μέλος τῆς Ἐφορείας τῆς Σχολῆς καί ἱκανόν ἐκκλησίασμα ἐκ τῆς Πόλεως καί τῶν νήσων ἡμῶν.

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΕΡΚΩΝ κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΕΝ ΤΗι ΙΕΡΑι ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΧΑΛΚΗΣ

ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

(06-02-2021)

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Θεοφιλέστατε ἅγιε Καθηγούμενε,

Εὐλαβές Πρεσβυτέριον,

Φιλέορτον ἐκκλησίασμα,

Συνεκεντρώθημεν ἐνταῦθα σήμερον (ἀντί τῆς ἑπομένης, ὡς ἔδει, διά τούς γνωστούς λόγους), διά νά συμμετάσχωμεν εἰς τήν ἑόρτιον ἐκδήλωσιν τιμῆς, σεβασμοῦ καί εὐγνωμοσύνης ἔναντι ἑνός ρηξικελεύθου προσώπου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν ἱστορίας, τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἱεροῦ Φωτίου, ἱδρυτοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης, εἰς τούς κόλπους τῆς ὁποίας ἀργότερον ἐστεγάσθη τό ἐνδιαίτημα τοῦ Θείου Λόγου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ περίπυστος, ἀνά τήν Οἰκουμένην, Ἱερά Θεολογική Σχολή Χάλκης, τῆς ὁποίας τήν ἰδιαιτέραν πνευματικήν καί ἠθικήν ἀξίαν, ἡ ταπεινότης μου παρακαλεῖ καί ἐκζητεῖ τήν ὑπομονήν καί ἀνεκτικότητά σας διά νά ἐπισημάνει, κατά τό μέτρον τοῦ δυνατοῦ, ἀναγιγνώσκουσα τό πρός τοῦτο κατάλληλον τμῆμα ἄρθρου, τό ὁποῖον συνέταξε καί ἐδημοσίευσε διαδικτυακῶς εἷς τῶν προτελευταίων ἀποφοίτων τοῦ Θεολογικοῦ Τμήματος τῆς Σχολῆς (ἤτοι, τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1969-1970) :

          Ἡ διαφορά –γράφει οὗτος- μεταξύ τῆς Θεολογικῆς ἡμῶν Σχολῆς καί τῶν ἄλλων ἀντιστοίχων σχολῶν ἀνά τήν οἰκουμένην ἐντοπίζεται εἰς τόν ἠθικόν-βιωματικόν καί εἰς τόν γνωστικόν-ἐπιστημονικόν τομέα. Εἰς τόν πρῶτον ἀνάγονται :

          α) Ἡ αὐστηρά τήρησις τοῦ προγράμματος (μέ ὡρολόγιον καί κώδωνα) λειτουργίας τῆς Σχολῆς. Ὅλα ἦσαν κανονισμένα μέ κάθε λεπτομέρειαν, ὅπως τό ἐγερτήριον, ὁ ἐκκλησιασμός, τά μαθήματα, τό γεῦμα, ὁ περίπατος, ἡ ὑποχρεωτική μελέτη εἰς τό σπουδαστήριον (παρουσία τοῦ ἐπιμελητεύοντος σπουδαστοῦ), ἡ κατάκλισης κ.λ.π.. Εἶναι εὐνόητον ὅτι αὐτός ὁ ρυθμός μᾶς ἐδίδασκε τήν εὐταξίαν καί τόν προγραμματισμόν πού θά πρέπει νά ὑπάρχουν εἰς τήν ζωήν, ἐνῶ παραλλήλως μᾶς ἔσωζεν ἐκ τῆς ἐλευθερίας τῆς κακῶς ἐννοουμένης, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τήν ἀκαταστασίαν τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν εἰς τήν ἰδιωτικήν καί τήν κοινωνικήν ζωήν.

          β) Ἡ αὐστηρά πειθαρχία πού ἀπετέλει φραγμόν εἰς τά πάθη, εἰς τάς κακάς ἐπιθυμίας καί εἰς τάς ἀνεξελέγκτους ροπάς, ἐνῶ παραλλήλως μᾶς ἐμάνθανεν τήν συμμόρφωσιν εἰς τούς νόμους καί κανόνας τῆς εὐρυτέρας κοινωνίας ἐντός τῆς ὁποίας θά ἐδραστηριοποιούμεθα μετά τήν ἀποφοίτησίν μας ἀπό τήν Σχολήν.

          γ) Ἡ κοινοβιακή ἡμῶν ζωή, πού ἔφερε τόν ἕνα πλησίον τοῦ ἄλλου, καθώς ἐμοιραζόμεθα ἀκριβοδικαῖος ὅλα τά ὑλικά καί πνευματικά ἀγαθά καί ἀπετελούσαμε (σχολάρχης, καθηγηταί, ἐπιμελητής, ὑπάλληλοι τῆς σχολῆς, σπουδασταί καί μαθηταί) ἕνα συμπαγῆ κοινωνικόν ἱστόν, μίαν μικράν κοινωνίαν μέ μέλη πού ἐδραστηριοποιοῦντο εἰς ἕνα διαρκῆ  ἀγῶνα εἰς τάς πνευματικάς ἐπάλξεις ὅπου καθέν ἦτο τεταγμένον.

          δ) Ἡ λατρευτική – μυστηριακή ζωή, ὁ τακτικός ἡμῶν ἐκκλησιασμός (ἀκολουθίαι τοῦ ὄρθρου τήν πρωΐαν καί ἑσπερινοῦ τό ἑσπέρας), ἡ τακτική κοινωνία τῆς Θείας Χάριτος, πού «τ΄ ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῖ» (Ἐκφώνησις χειροτονοῦντος Ἀρχιερέως εἰς τούς τρεῖς βαθμούς τῆς Ἱερωσύνης), οἱ θεσπέσιοι ἐκκλησιαστικοί ὕμνοι, ψαλλόμενοι ἀπό τήν χορωδίαν τῶν σπουδαστῶν, ἡ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τῆς μικρᾶς ἡμῶν ἐκκλησίας, ὕφαινον εἰς τήν ψυχήν τό χριστιανικόν τρίπτυχον : τήν πίστην, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπην. Αὐτά ἀποτελοῦν τό στήριγμα ἡμῶν εἰς τήν κακοτράχαλον ἀτραπόν τῆς ζωῆς, αὐτά ἤνοιγον τάς πτέρυγας ἡμῶν διά τούς εἰδυλλιακούς τόπους τῆς εὐτυχίας καί χαρᾶς καί αὐτά μᾶς ἔφερον πλησίον τῶν συνανθρώπων, κατά τό παράγγελμα τοῦ Κυρίου: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22,39).

          ε) Τό φυσικόν περιβάλλον τῆς Σχολῆς, ὁ ἐπιβλητικός «Λόφος τῆς Ἐλπίδος», μέ τό πυκνόν πευκοδάσος του, ὁ ἀνθοστόλιστος κῆπος της, ἡ καθαρά ἀτμόσφαιρα μέ τό πλούσιον ὀξυγόνον, μακράν τῶν ἐκνευριστικῶν θορύβων τῆς πόλεως, ἔφερον εἰς τήν ψυχήν ἡμῶν τήν ἠρεμίαν καί γαλήνην, πού εἶναι ἀπαραίτητα στοιχεῖα διά «τόν ἀγῶνα τόν καλόν» (Α΄ Τιμ. 6,12) πρός τήν πνευματικήν καί ἠθικήν ὁλοκλήρωσιν.

          Εἰς τόν δεύτερον τομέα (δηλαδή εἰς τόν γνωστικόν-ἐπιστημονικόν) ἀνάγονται :

          α) Τό ἀρτίως κατηρτισμένον διδακτικόν προσωπικόν τῆς Σχολῆς, μέ σπουδάς εἰς τό ἐξωτερικόν, γλωσσομάθειαν καί μνημειώδη συγγράμματα, μέ εὐχέρειαν λόγου καί προπάντων, μέ ἔντονον διάθεσιν πνευματικῆς προσφορᾶς εἰς τούς σπουδαστάς.

          β) Ἡ πλουσία βιβλιοθήκη μέ χιλιάδας βιβλίων τῆς Σχολῆς, εἰς τήν ὁποίαν εἶχον, ἀνά πᾶσαν στιγμήν, πρόσβασιν οἱ σπουδασταί.

          γ) Ἡ ὑποχρεωτική μελέτη διά τούς σπουδαστάς, μετά τόν περίπατον τό ἑσπέρας καί πρό τοῦ δείπνου. Δέον ν΄ ἀναφερθῇ ὅτι ὅσοι σπουδασταί ἤθελον νά συνεχίσουν τήν μελέτην των καί μετά τό δεῖπνον, ἦσαν ἐλεύθεροι νά τό πράξουν, μέ τήν προϋπόθεσιν ὅτι, ὅταν ἤρχοντο εἰς τόν κοιτῶνα των πρός κατάκλισιν, δέν θά ἠνόχλουν τούς κοιμωμένους συσπουδαστάς των.

          δ) Ἡ δυνατότης πού εἶχον οἱ σπουδασταί νά ζητήσουν τήν βοήθειαν ἐπί παντός θέματος πού τούς ἀπησχόλει τόσον ἀπό τόν σχολάρχην, ὅσον καί ἀπό τούς καθηγητάς, τόν ἐπιμελητήν, ἀλλά καί ἀπό σπουδαστάς ἀνωτέρων τάξεων.

          ε) Ἡ ὕπαρξις γηπέδων καλαθοσφαιρίσεως, πετοσφαιρίσεως, ἐπιτραπεζίου ἀντισφαιρίσεως καί ἁρμονίου, δέν ἔδιδε εἰς τούς σπουδαστάς τήν δυνατότητα μόνον νά ψυχαγωγηθοῦν, ἀλλά καί νά ἐξασκηθοῦν εἰς τά ἀντίστοιχα ἀθλήματα, καθώς καί εἰς τόν τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς.

          στ) Ἡ ὑποχρέωσις τῶν σπουδαστῶν τοῦ τρίτου ἔτους τοῦ θεολογικοῦ τμήματος νά ἐκπονήσουν, εἰς τό μάθημα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τῆς Θεολογικῆς Ἐπιστήμης, μίαν ἐπιστημο-νικήν πραγματείαν, τό θέμα τῆς ὁποίας ἐπέλεγε ὁ οἰκεῖος καθηγητής ἤ ὁ σπουδαστής μέ τήν σύμφωνον γνώμην τοῦ καθηγητοῦ. Ἡ πραγματεία αὐτή διά τόν σπουδαστήν ἀπετέλει τό πρωτόλειον ἐπιστημονικόν του σύγγραμμα, τήν πρώτην βαθμίδα εἰς τήν κλίμακα τῆς ἐπιστημονικῆς του ἀνελίξεως.

          ζ) Ἡ ὑποχρέωσις τῶν σπουδαστῶν τοῦ τρίτου καί τετάρτου ἔτους τοῦ θεολογικοῦ τμήματος νά ἐκπονήσουν ἀπό δύο ὁμιλίας θρησκευτικοῦ περιεχομένου (μίαν ἀνά ἑξάμηνον), πού παρεδίδοντο εἰς τόν καθηγητήν τοῦ μαθήματος τῆς Ὁμιλητικῆς, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ διώρθωνε τά λάθη καί ἔκαμνε τάς σχετικάς παρατηρήσεις, τάς ἐπέστρεφεν εἰς τούς σπουδαστάς διά νά τάς ἀποστηθίσουν καί εἰς τακτήν ἡμερομηνίαν νά κηρύξουν τόν θεῖον λόγον. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτή τῆς ἐκπονήσεως κηρύγματος ἔδιδεν εἰς τούς σπουδαστάς τήν ἐμπειρίαν καί τό θάρρος, τό ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, διά νά ἀσκοῦν τό διακόνημα τοῦ ἱεροκήρυκος.

          η) Ἡ ὑποχρέωσις τῶν τελειοφοίτων τοῦ θεολογικοῦ τμήματος νά ἐκπονήσουν «ἐναίσιμον ἐπί πτυχίῳ διατριβήν», ἡ ὁποία, μάλιστα, ἐβαθμολογεῖτο καί ὁ βαθμός κατεχωρίζετο εἰς τό πτυχίον. Ἡ διατριβή αὐτή, λοιπόν, ἀπετέλει διά τούς σπουδαστάς τήν δευτέραν βαθμίδα τῆς κλίμακος διά τήν ἐπιστημονικήν των ἀνέλιξιν καί συνάμα τό ἀδιαμφισβήτητον τεκμήριον ὅτι ἡ Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης παρεῖχε παιδείαν ἀνωτέρου ἐπιπέδου, ἐφαρμοζομένου τοῦ σοφοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ γνωμικοῦ : « Ἅ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν», δηλαδή «αὐτά πού πρέπει νά μάθωμεν νά κάμνωμεν, τά μανθάνωμεν κάμνοντες αὐτά».

          Ἴσως νά μήν εἶναι ἐπαρκῆ τά ὡς ἄνω, τά ὁποῖα ἔγραψεν ὁ ἐπί 7ετίαν γαλουχηθείς ἀπό τήν Σχολήν, μέ τόν τίτλον : «Βιώματα καί ἐμπειρεῖαι ἀπό τήν Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης», διά ν΄ ἀποτιμηθῇ ἡ πραγματική ἀξία τῆς Σχολῆς. Ὡς τόσον, δυνάμεθα ν΄ἀρκεσθῶμεν εἰς τά ἰδιότυπα χαρακτηριστικά τῆς παιδείας πού παρεῖχεν ἡ Σχολή, ἔστω καί σκιαγραφικῶς ἀποδοσμένα, διότι οὐδείς δύναται ν΄ ἀμφισβητήσῃ τήν ἀλήθειαν τοῦ περιεχομένου τῆς τοιαύτης περιγραφῆς, οὔτε ν΄ ἀποδείξῃ ὅτι ἐγένοντο παραποιήσεις τῆς πραγματικότητος, ἤ ὑπερβολαί ἀποσκοποῦσαι εἰς τήν παραπληροφόρησιν.

          Μιᾶς τοιαύτης Σχολῆς, ἡ ὁποία ἦτο εἷς τηλαυγής πνευματικός φάρος, κοιτίς ἀνωτέρου πολιτισμοῦ, σέμνωμα τῆς θρησκείας καί τοῦ Γένους ἡμῶν, αἱ ἐκπαιδευτικαί ἀρχαί τῆς χώρας ὅπου εὑρίσκεται ἀνέστειλαν τήν λειτουργίαν τοῦ θεολογικοῦ τμήματος καί μάλιστα ὅταν τό πολίτευμα αὐτῆς τῆς χώρας θεωρεῖται ὅτι εἶναι δημοκρατικόν, ὅπου θά πρέπει νά κυριαρχῇ ἡ ἰσονομία καί ἰσοπολιτεία, ὁ σεβασμός πρός τά ἀτομικά καί συλλογικά δικαιώματα, ἡ θρησκευτική ἐλευθερία, ἡ ἀνεκτικότης πρός τήν ἐθνικήν, θρησκευτικήν, γλωσσικήν καί ἐθιμικήν διαφορετικότητα. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον νά ἐχῃ λειτουργήσει ἡ Σχολή εἰς καθεστῶτα μοναρχικά καί αὐταρχικά καί νά μή δύναται νά λειτουργήσῃ εἰς δημοκρατικά τοιαῦτα. Τό τρέχον ἔτος ἀποτελεῖ τό πεντηκοστόν ὁρόσημον τοῦ θλιβεροῦ αὐτοῦ γεγονότος. Πεντήκοντα ἔτη διαψευθεισῶν ἐλπίδων ὅτι θά ἐπαναλειτουργήσῃ. Πεντήκοντα ἔτη ἀδιαλείπτων ἀγώνων τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, τοῦ Σεπτοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν φέρει καρπούς. Πεντήκοντα ἔτη ἐμπαιγμῶν ἀπό μέρους τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν διά τήν ἐπίλυσιν τοῦ ἀκανθώδους αὐτοῦ προβλήματος. Πεντήκοντα ἔτη δοκιμασίας τῆς ὑπομονῆς καί καρτερικότητος ὅσων τρέφουν εἰλικρινῆ ἀγάπην διά τήν Σχολήν, ὅσων ἐγαλουχήθησαν ἀπό αὐτήν, εἶτε ἐφοίτησαν εἰς τό λυκειακόν καί θεολογικόν τμῆμα, εἶτε μόνον εἰς τό πρῶτον (διότι, ὡς γνωστόν, τό λυκειακόν τμῆμα ἀνέστειλε τήν λειτουργίαν του τό ἔτος 1985, μετά ἀπό ἀπόφασιν τῆς Ἐφορίας τῆς Σχολῆς). Συμφώνως πρός τά κρατοῦντα ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν τό λυκειακόν τμῆμα θεωρεῖται ἀνοικτόν, διό καί διορίζεται Τοῦρκος Ὑποδιευθυντής ὑπό τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας.

          Ἀλλά εἰς τό τρέχον ἔτος συμπίμπτει καί ἡ τριακοστή ἐπέτειος ἀπό τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Σταυρουπόλεως κυροῦ Μαξίμου, τοῦ τελευταίου σχολάρχου αὐτῆς, διαδεχθέντος, κατά τό ἔτος 1955, τόν παραιτηθέντα, διά λόγους ὑγείας, προκάτοχόν του ἀείμνηστον Μητροπολίτην Ἰκονίου κυρόν Ἰάκωβον Στεφανίδην. Ἡ ταπεινότης μου ἠδυνήθη ν΄ ἀποπερατώσῃ, κατά τό σχολικόν ἔτος 1970-71, τό Λυκειακόν τμῆμα τῆς Σχολῆς καί, ἐπειδή κατά τό ἀκαδημαϊκόν ἔτος 1971-72 ἀνεστάλη ἡ λειτουργία τοῦ θεολογικοῦ τμήματος, ἠναγκάσθη, μετ΄ ἄλλων συνταξιωτῶν, νά κάμῃ θεολογικάς σπουδάς εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶχεν ὅμως τήν εὐλογίαν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας νά διακονήσῃ ἐπί δεκαέξ συναπτά ἔτη ὡς Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος, διαδεχθεῖσα εἰς τήν διακονίαν αὐτήν τόν ἀείμνηστον Μητροπολίτην Θεοδωρουπόλεως κυρόν Γερμανόν Ἀθανασιάδην. Θά ἦτο σοβαρά παράλειψις, ἐάν δέν ἀναφερθῶμεν εἰς τά προτερήματα, τάς ἱκανότητας καί τάς ἀρετάς τοῦ τελευταίου οἰακοστρόφου τῆς Σχολῆς, δεδομένου ὅτι ὁ Χριστιανός, ἀλλά καί εὐρυτέρως ἕκαστος ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχῃ ἐπιλεκτικήν μνήμην διά τούς ἀπερχομένους συνανθρώπους του, ὅπως ἡ μέλισσα ἐπικάθηται ἐπί ὅλων τῶν ἀνθέων, λαμβάνει ὅμως νέκταρ ἐξ ὅσων ἔχουν πλούσιον τοιοῦτο.

          Ὁ ἀείμνηστος Σχολάρχης μας ἦτο μεγαλεπήβολος, ἐπιβλητική καί ἰσχυρά προσωπικότης, προκαλοῦσα εἰς τούς σπουδαστάς τόν σεβασμόν, ἀλλά καί τήν βεβαιότητα τῆς ἀσφαλείας των διά τήν ἐνεστῶσαν καί μέλλουσαν πορείαν των ἐντός καί ἐκτός τῆς Σχολῆς. Ἦτο τηρητής τοῦ μέτρου, τῆς χρυσῆς μεσότητος, προσεγγίζων τούς σπουδαστάς, ἀλλά καί συνάμα τηρῶν τάς ἀπαραιτήτους ἀποστάσεις ἀπό αὐτούς, διά νά μήν ἑρμηνεύουν κακῶς τήν τοιαύτην προσέγγισιν καί ἀποθρασύνωνται. Προσεπάθει νά εἶναι δίκαιος ἀπέναντι ὅλων καί, ἐάν, ὡς ἄνθρωπος, συνεπάθη ἤ ἠγάπα περισσότερον κάποιους ἐξ αὐτῶν, δέν τό ἔδειχνεν ἐμφανῶς, διά τήν ἀποφυγήν σκανδάλων καί ζηλοφθονιῶν. Συνεπάθη κυρίως τούς ὀρφανούς, πτωχούς καί μέ καλόν χαρακτῆρα σπουδαστάς. Ὡς ὁμολογοῦν κάποιοι ὀρφανοί καί πτωχοί σπουδασταί, ἐφρόντιζε νά λαμβάνουν ἕν ἐπαρκές χρηματικόν βοήθημα διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν των, ἀλλά τοῦτο ἐγίγνετο «ἐν κρυπτῷ» κατά τό Κυριακόν λόγιον «μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6,3). Ἐπίσης διά τούς διαπρέποντας εἰς τά μαθήματά των ἐφρόντιζε, μόλις ἀπεφοίτουν ἀπό τήν Σχολήν, νά ἐξασφαλίσῃ ὑποτροφίας διά τήν συνέχισιν τῶν σπουδῶν των εἰς τήν ἑσπερίαν. Ἡ κατάρτισίς των ἦτο τό κύριον μέλημά του. Εἶχε εὐφράδειαν κατά τήν διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων τῆς εἰδικότητός του (τήν Φιλοσοφίαν καί τήν Χριστιανικήν Ἠθικήν), ἀλλά καί ἐμβριθεῖς γνώσεις κατέχων τήν τέχνην τῆς μεταδοτικότητος των. Ἐκράτει ἀμείωτον τό ἐνδιαφέρον τῶν σπουδαστῶν καθ΄ ὅλην τήν διάρκειαν τοῦ μαθήματος. Συνεχώρει τάς ἀπρεπεῖς ἐνεργείας καί τά ἠθικά παραπτώματα τῶν σπουδαστῶν, ἐφ΄ ὅσον αὐτά δέν ἐπανελαμβάνοντο καί ἐμίσει τό ψεῦδος, τήν ὑποκρισίαν, τόν ἐγωκεντρισμόν καί τήν περιφιλαυτίαν. Εἰς τάς κοινωνικάς του σχέσεις ἦτο ἁπλός, προσηνής, ὁμιλητικός, δέν ἔκαμνε διαχωρισμούς τῶν ἀνθρώπων μέ γνώμονα τό ἐπάγγελμα των, τήν μόρφωσιν των, τήν οἰκονομικήν των κατάστασιν, οὔτε τό θρήσκευμα, τήν ἐθνικότητα ἤ τό πολιτικοκοινωνικόν των «πιστεύω». Εἶχε ἀδέσμευτον παρρησίαν, ὥστε νά καυτηριάζῃ τά κακῶς κείμενα τοῦ κοινωνικοῦ περιγύρου του, πολλά ἐξ αὐτῶν μέ λεπτόν ἀστεϊσμόν, δίχως πικρόχολα σχόλια. Εἶχε τό συναίσθημα τῆς ὑπευθυνότητος καί τῆς πιστῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, δι΄ αὐτό τό ὁποῖον ἐζήτει ἀπό τούς σπουδαστάς, ἔδιδεν ἐκεῖνος τό παράδειγμα τῆς πραγματώσεώς του. Ἦτο ἄνθρωπος αἰσιόδοξος, μέ πίστην ἀταλάντευτον, διά τοῦτο ἔτρεφεν ἐλπίδας μέχρι τό τέλος τῆς ἐπί γῆς ζωῆς του ὅτι θά ἐπαναλειτουργήσῃ ἡ Σχολή. Ἄς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία καί ὁ Δικαιοκρίτης Θεός ἄς τόν κατατάξῃ «ἐν σκηναῖς δικαίων καί ἐν χώρᾳ ζώντων» (Ἐκ τῶν εἰρμολογικῶν νεκρωσίμων Ἰδιομέλων, ἦχος πλ. β΄).

          Ὡς χριστιανοί πιστεύομεν ὅτι ὁ βίος ἡμῶν εἶναι μία διαρκής χαρμολύπη, ἕν κράμα χαρᾶς καί λύπης. Διά τοῦτο, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν λύπης, ἐλπίζομεν ὅτι τήν λύπην θά διαδεχθῇ ἡ χαρά, πού τήν ἀναμένομεν μέ αἰσιοδοξίαν, ἀλλά καί ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς κατάστασιν χαρᾶς, εἴμεθα ψυχολογικῶς προετοιμασμένοι διά τήν ἔλευσιν τῆς λύπης. Τό παριππεῦσαν ἔτος εἶχε θλιβερά καί δυσάρεστα γεγονότα, τά ὁποῖα τά ἐζήσαμε καί τά ζοῦμε ἀκόμη. Κατά τό ἤδη ἀρξάμενον ἔτος ἔχουμε ὄντως τήν ἐπέτειον ἑνός μεγάλου καί χαρμοσύνου γεγονότος : Τήν παμψηφεί ἐκλογήν ὑπό τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ τότε Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ.κ. Βαρθολομαίου εἰς τόν Θρόνον τοῦ Σεπτοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, γεγονός τό ὁποῖον ἔλαβε χώραν τήν 22αν Ὀκτωβρίου 1991, δηλαδή ἐφέτος συμπληροῦνται τριάκοντα ἔτη εὐκλεοῦς πατριαρχείας τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, πλήρη ἀγώνων καί θυσιῶν, ἕν μέρος τῶν ὁποίων ἦτο καί θά εἶναι διά τήν ἐπαναλειτουργίαν τῆς Σχολῆς. Ὅταν ἡ πραγματικότης βοᾷ διά τήν προσωπικότητα καί τά θαυμαστά ἔργα, τά ὁποῖα αὐτή ἀπετέλεσε, τά λόγια περιττεύουν. Διά τοῦτο θ΄ ἀρκεσθῶμεν εἰς μίαν ἐγκάρδιον καί εἰλικρινῆ εὐχήν.

          Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,

          Ὁ Δοτήρ τῶν ἀγαθῶν νά Σᾶς χαρίζῃ μακροβιότητα, ὑγείαν καί δύναμιν, διά νά συνεχίσητε τήν πολυδιάστατον διακονίαν Σας εἰς τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου καί, ὅπως κατόπιν συντόνων ἐνεργειῶν καί διαβημάτων Σας πρός τάς κρατικάς ἀρχάς, ἐδόθη ἡ ἄδεια ἐπαναλειτουργίας τῶν ὁμογενειακῶν ἡμῶν σχολείων εἰς τήν γενέτειράν Σας Ἴμβρον (μετά, μάλιστα, ἀπό ἥμισυ αἰῶνα), οὕτω ν΄ ἀξιωθῆτε νά ἰδῆτε ἐπαναλειτουργοῦσαν καί τήν δύστηνον ταύτην Σχολήν, ὅπου, ἐκτός τῶν ἑπτά χρόνων μαθητείας Σας, διηκονήσατε ὡς βοηθός σχολάρχου ἐπί τετραετίαν (ἐν συνόλῳ 11 ἔτη), ὅταν ἐπανε-κάμψατε ἐκ τῆς Εὐρώπης, ὅπου συνεπληρώσατε μεταπτυχιακάς καί διδακτορικάς σπουδάς μέ εἰδίκευσιν εἰς τό Ἐκκλησιατικόν Δίκαιον, μέ ἀπώτερον σκοπόν τήν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τούτου εἰς τό θεολογικόν τμῆμα τῆς Σχολῆς μας. Εἴθε ὁ δρόμος τοῦ Γολγοθᾶ νά καταλήξῃ αἰσίως εἰς τήν δαφνηφόρον Ἀνάστασιν. Ὅπως εἰς τήν Ἴμβρον, οὕτω καί ἐνταῦθα, ἡ πεντακονταετία νά ἀποτελῇ τήν ἀρχήν τοῦ τέλους μιᾶς ἀδικίας.

          Πολλά τά ἔτη Σας Παναγιώτατε!    

      

Be the first to comment

Leave a comment

Your email address will not be published.


*